Ουρανο-Πολίτες

Οι διαστάσεις που έχει πάρει τον τελευταίο καιρό στην χώρα μας το θέμα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες και τα επιμέρους γεγονότα που έχουν σημαδέψει αυτή την διάσταση των απόψεων ανάμεσα στους εκπροσώπους της πολιτείας και τους εκπροσώπους της Εκκλησίας, αντικατοπτρίζουν και αντανακλούν διαυγέστατα την μεγάλη διαφορά που υπάρχει μεταξύ αυτών των δύο. Μια διαφορά που δεν εντοπίζεται στο ιδεολογικό – θεολογικό υπόβαθρο, ούτε στον υποτιθέμενο αγώνα για επιρροή στις μάζες του λαού, ούτε στην φαινόμενη αντιπαράθεση για θέματα προσωπικού γοήτρου, όσο κι αν φαίνεται πως κάτι τέτοιο συμβαίνει.

Η παρατηρούμενη διαφορά απόψεων μεταξύ των δύο σημείων αυτού του καλλιεργούμενου για διάφορους σκοπούς διπόλου έγκειται στην θεμελιώδη διαφορά της σχέσης τους με τον άνθρωπο, που και οι δύο καλούνται να υπηρετήσουν. Η Πολιτική καλείται να εξασφαλίσει στον πολίτη μια δίκαια, ασφαλή και δημοκρατική διαβίωση μέσα στον πεπερασμένο χώρο του κράτους που ορίζει, και αυτό είναι το έργο των πολιτικών που γνωρίζουν το ρόλο τους και δεν ολισθαίνουν σε εκμετάλλευση αυτού του ρόλου και παραποίηση του καθήκοντός τους. Η Εκκλησία έχει ως αποστολή να εξασφαλίσει στον πιστό την λύτρωση από την αμαρτία, την σωτηρία και την αιώνιο ζωή, την μέλλουσα μακαριότητα, ευτυχία και γαλήνη, την κληρονομία της Βασιλείας του Θεού, και αυτό οφείλουν να πράττουν οι επίσκοποι και γενικά οι κληρικοί που έχουν μέσα τους φόβο Θεού και δεν αλλοτριώνονται από την δική τους απροσεξία.

Και οι δύο λοιπόν υπηρετούν τον άνθρωπο. Μόνο που η πολιτική ασχολείται με το σώμα, με το υλικό του μέρος, ενώ η Εκκλησία με την σύνολη ψυχοσωματική του οντότητα και όχι μόνο με την ψυχή του όπως πολύ νομίζουν. Έτσι το ενδιαφέρον της πολιτείας εντοπίζεται στο μεταξύ του μαιευτηρίου και του κοιμητηρίου διάστημα, ενώ το ενδιαφέρον της Εκκλησίας ξεκινά από την στιγμή της σύλληψης και επεκτείνεται μέχρι την αιωνιότητα. Μόνο που η πολιτεία συχνά καταπατεί το δικαίωμα του ανθρώπου να αποφασίζει ελεύθερα και να ρυθμίζει την ζωή του, ενώ η Εκκλησία πρεσβεύει το «ει τις θέλει» (Ματθ. 16, 24) και δεν καταπατεί το αυτεξούσιό του.

Η Πολιτεία είναι κατ’ ουσία εξουσία που επιβάλλεται υποχρεωτικά στο σύνολο των ανθρώπων που κατοικούν στα όρια της επιρροής της (που μπορεί να περιορίζονται στα όρια του κράτους που επισήμως κυβερνά ή να επεκτείνονται και πέρα απ’ αυτά, επιδιώκοντας να καταλάβουν ολόκληρη την υφήλιο!). Κατά μία έννοια μπορεί να θεωρηθεί και η Εκκλησία ως φορέας εξουσίας. Όμως η εξουσία της Εκκλησίας επάνω στους ανθρώπους δεν περιέχει τον καταναγκασμό, αφού καταρχάς δεν επιδρά στο σύνολο των ανθρώπων που κατοικούν στα όρια κάποιας εκκλησιαστικής περιφέρειας, και είναι επιπλέον δυνατόν να ασκηθεί μόνο σ’ αυτούς που την αποδέχονται και εν ελευθερία υπακούουν στις εντολές της. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά της από την καταναγκαστική υποταγή και πειθαρχία στην εξουσία της πολιτείας: ο σεβασμός του αυτεξούσιου του ανθρώπου, του αναφαίρετου δικαιώματός του να επιλέγει ελεύθερα τον δρόμο που θα ακολουθήσει και εκούσια να υποτάσσεται σε αυτήν ή να την απορρίπτει.

Η εκκλησία όμως δεν είναι ένας θεσμός, ένα σύστημα ή μια ιδεολογία που επιθυμεί να επιβληθεί στους ανθρώπους ή να αποκτήσει οπαδούς. Είναι ο θεανθρώπινος οργανισμός που ίδρυσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, με σκοπό να μας πολιτογραφήσει στην Βασιλεία του Θεού, όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο Απόστολος Παύλος: «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13,14). Καλείται λοιπόν ο κάθε πιστός να γίνει Ουρανοπολίτης. Και για να γίνει αυτό θα πρέπει να διαχωρίσει την θέση του από αυτό που στην εκκλησιαστική ορολογία ονομάζουμε κόσμο, δηλαδή το πνεύμα που επικρατεί στους ανθρώπους, το αλλοτριωμένο και αποστασιοποιημένο από το θέλημα του Θεού, το πνεύμα της αμαρτίας. Συνεπώς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που κατοικούν στην χώρα μας (αλλά και σε κάθε χώρα), είναι από την μια μεριά πολίτες του Ελληνικού Κράτους, και από την άλλη μεριά πολίτες της Ουρανίου Βασιλείας.

Ο κόσμος, όπως τον περιγράψαμε, δεν μπορεί να κατανοήσει το πνεύμα της Εκκλησίας και δη της Ορθοδοξίας γιατί η κατανόηση της Ορθοδοξίας προϋποθέτει πίστη και πνευματικότητα, στοιχεία που ο κόσμος δεν έχει. Έτσι συχνά παρεξηγεί και εχθρεύεται την Εκκλησία. Ο Χριστός μας το είπε σαφέστατα: «Ει ο κόσμος υμάς μισεί, γινώσκετε ότι εμέ πρώτον μεμίσηκεν. Ει εκ του κόσμου ήτε, ο κόσμος αν το ίδιον εφίλει, ότι δε εκ του κόσμου ουκ εστέ, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς εκ του κόσμου, διά τούτο μισεί υμάς ο κόσμος.» (Ιω. 15, 18-19).

Κάτω λοιπόν από αυτή την προοπτική εξηγείται και η μεγάλη διάσταση των απόψεων μεταξύ της Εκκλησίας και της Πολιτείας, και οι λόγοι ίσως που οδήγησαν αυτή την διαφωνία σε πολωτικές καταστάσεις. Η σύγκρουση δηλαδή που παρατηρείται τον τελευταίο καιρό δεν είναι αποτέλεσμα της πάλης δύο μορφών εξουσίας, αλλά η εκδήλωση της εχθρότητας του κόσμου προς την Εκκλησία Απόδειξη περί αυτού αποτελεί το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό προβάλλονται από τα ΜΜΕ ως «συνετοί και νηφάλιοι», εκκλησιαστικοί άνθρωποι που κατά καιρούς έχουν συνταχθεί με το πνεύμα του κόσμου και έχουν γίνει αποδέκτες της δυσαρέσκειας του λαού της Εκκλησίας.

Στην ένσταση τέλος για το αν η Εκκλησία πρέπει ή δεν πρέπει να ασχολείται με την πολιτική και στις ποικίλες τοποθετήσεις των διάφορων «διανοούμενων» που εξαπέλυσαν τα πυρά τους κατά της Εκκλησίας, παραθέτουμε ως απάντηση ένα απόσπασμα από την συνέντευξη του σερ Στήβεν Ράνσιμαν που δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο από τον flash.gr:

« Ερ.: Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι αρκετοί άγιοι ανακατεύτηκαν στην πολιτική ή άσκησαν πολιτική;

Απ.: Ολοι όσοι θέλουν να επηρεάσουν άλλους ανθρώπους ασκούν πολιτική, και είναι πολιτικοί. Πολιτική σημαίνει να προσπαθείς να οργανώσεις την Πόλιν με ένα νέο τρόπο σκέψης. Οι άγιοι είναι πολιτικοί. Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορείς να διαχωρίσεις την πίστη προς τους Αγίους από τη διανόηση.»

Του Αρχιμ. Νεκταρίου Ντόβα,
Ηγουμένου της Ι. Μονής Ανω Ξενιάς