ΙΣΤΟΡΙΑ

Η Συμβολή των Ελλήνων Ιεραρχών της Μακεδονίας στην Ευόδωση του "Μακεδονικού Αγώνα"



Της επισήμου ενάρξεως του 4ετούς Μακεδονικού Αγώνος (1904-1908) είχε προηγηθεί μακρά περίοδος αγωνίας και αγώνων του μακεδονικού Ελληνισμού, που ήταν στόχος των βουλγάρων "Εξαρχικών" και των πάντοτε καιροφυλακτούντων ευρωπαίων μισελλήνων. Παράλληλα, δύο άλλο παράγοντες, ο ρωσικός και ο τουρκικός, έκαστος για ιδικούς του λόγους, προέβαιναν συνεχώς σε ανθελληνικές ενέργειες, επιδιώκοντας ο μεν την προώθηση του πανσλαβιστικού σχεδίου εξόδου στο Αιγαίο, ο δε την διαίρεση των ορθοδόξων πληθυσμών και την αποδυνάμωση του πνευματικού των κέντρου, δηλ. του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει να θεαθεί και το πρωτοφανές γεγονός της ανακηρύξεως της βουλγαρικής Εξαρχίας με σουλτανικό φιρμάνι του Αβδούλ Αζίζ της 10ης Μαρτίου 1870, το άρθρο 10 του οποίου προέβλεπε τη δυνατότητα επεκτάσεως του εξαρχάτου, πέρα από τις περιοχές που αναγνωρίσθηκαν ως εξαρχικές και σε άλλα μέρη, αν το σύνολο ή τα 2/3 τουλάχιστον των κατοίκων των επιθυμούσαν να υπαχθούν στην Εξαρχία. Το άρθρο αυτό, που έχει χαρακτηρισθεί ως "μακιαβελικής συλλήψεως" προετοίμαζε τη διαίρεση μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών και προωθούσε τον οξύ φυλετικό ανταγωνισμό. Ας σημειωθεί ότι το φιρμάνι είχε συντάξει ο ρώσος πρεσβευτής στην Πόλη Στρατηγός Ιγνάτιεφ, γνωστός μισέλλην και θιασώτης του πανσλαβισμού.

Η ίδρυση, έστω και με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο, της βουλγαρικής Εξαρχίας σήμαινε νίκη των ρώσων εναντίον των γάλλων, που είχαν προσπαθήσει, και μέχρις ενός σημείου πετύχει, να προσδέσουν στον βουλγαρικό ίππο -που αφηνιάσας από τα κεντρίσματα του φυλετικού εθνικισμού ζητούσε εκκλησιαστική χειραφέτηση- στο άρμα του Βατικανού δια της Ουνίας και των Λαζαριστών Μοναχών, που προωθούσαν την καθολική επιρροή στα Βαλκάνια. Γι' αυτό οι άγγλοι φαίνονταν ικανοποιημένοι από την επιτυχία των ρώσων. Άλλο τόσο ικανοποιημένοι ήσαν και οι τούρκοι, που είχαν πετύχει τη διάσπαση της ενότητας των ορθοδόξων της Βαλκανικής.

Η σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας σηματοδοτεί μια νέα περίοδο στην ιστορία της Μακεδονίας, περίοδο που στιγματίζεται από την αρχικά ήπια και ειρηνική προσπάθεια των βουλγάρων κομιτατζήδων για την εθνολογική αλλοίωση υπέρ των σλαβοφίλων των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας και που, μετά την αποτυχία της, μετεβλήθη σε βίαιη, σφοδρή και με απηνείς διώξεις και δολοφονίες Ελλήνων εκστρατεία αφελληνισμού της Μακεδονίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η βουλγαρική εθνική συνείδηση είχε σχεδόν εξαλειφθεί επί τουρκοκρατίας, διότι δέσποζε τότε η ενότητα όλων των βαλκανικών λαών υπό την κοινή σκέπη της Μητέρας Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, που είχαν αποκτήσει την εθνοθρησκευτική ταυτότητα του Ρωμηού, ως πνευματικά τέκνα της Νέας Ρώμης. Τώρα όμως και ιδίως μετά τον πρώτο αφυπνιστή του βουλγαρικού εθνοφυλετισμού αγιορείτη Μοναχό Παϊσιο Βελιτκόφσκυ (1722-1789), που συνέγραψε το βιβλίο "Ιστορία Σλοβενοβουλγαρική του λαού των Βουλγάρων, των Τσάρων και των Αγίων" -το οποίο τυπώθηκε και διαδόθηκε το 1844, με σκοπό να προσδώσει στους βουλγάρους εθνική συνείδηση- οι ρώσοι εμπνευστές της εκκλησιαστικής Εξαρχίας, αφού αποκόπτουν τους βουλγάρους από τον μαστό της Μητέρας Εκκλησίας, τροφοδοτούν με φανατισμό τη σλαβική δήθεν των βουλγάρων, ενώ κατά τους περισσότερους ιστορικούς οι βούλγαροι είναι λαός τουρκομογγολικής καταγωγής, συγγενείς των Ούννων (Δημ. Μιχαλόπουλου, Οι βούλγαροι είναι ... τούρκοι, στο "Βήμα" 23.8.92). Οι πολιτικές σκοπιμότητες και τα πολιτικά συμφέροντα επισκιάζουν συχνά τις ιστορικές πραγματικότητες. Δημιουργώντας την Εξαρχία οι ρώσοι απέβλεπαν αφ' ενός μεν στην εφαρμογή του δόγματος "Κυρίαρχο κράτος - κυρίαρχη Εκκλησία" και άρα υποτελής στην πολιτική εξουσία, αφ' ετέρου δε στην κινητοποίηση μιας δυνάμεως πιέσεως εναντίον των Ελλήνων, με όργανο τον σλαβικό εθνικισμό, επενδεδυμένο με εκκλησιαστικό μανδύα για την παραπλάνηση ιδίως των αγροτικών πληθυσμών. Έτσι το σχέδιο υφαρπαγής της Μακεδονίας και συρρίκνωσης του Ελληνισμού -που δεν έπαυσε να ισχύει, με τις ευλογίες πάντοτε των "ασπόνδων" φίλων μας, όπως και τότε, άριστα καταστρωμένο και αοράτως δορυφορούμενο από επιδέξιους χειριστές- έμελλε να θέσει σε κίνδυνο την προαιώνια ελληνικότητα της γης αυτής, που την εποφθαλμιούν και σήμερα οι ίδιοι πανσλαβιστές. Το σχέδιο αυτό, καταλλήλως υποστηριζόμενο, κατά περίπτωση, άλλοτε από τους ρώσους, άλλοτε από τους άγγλους και άλλοτε από άλλους, κατά την επιταγή των πολιτικών των συμφερόντων, άρχισε να εφαρμόζεται με σαφείς προθέσεις αφελληνισμού ολοκλήρων περιοχών, όπως π.χ. της Ανατολικής Ρωμυλίας (1885), της οποίας η από τους βουλγάρους δια των όπλων προσάρτηση έγινε με τις ευλογίες των άγγλων, προθέσεις που δεν άργησαν να υλοποιηθούν με τη χρήση βίας εναντίον των σκληρά αμυνομένων της εθνικής των συνείδησης ελληνικών πληθυσμών. Από το 1889 και ιδίως από το 1893, έτος ιδρύσεως στη Θεσσαλονίκη του βουλγαρικού Κομιτάτου, εφαρμόζεται συστηματικά μία πολιτική διωγμού του ελληνικού στοιχείου, που κορυφώνεται το 1906 με καταστροφή μεγάλων και ανθηρών ελληνικών πόλεων και με το ξερίζωμα των ελληνικών κοινοτήτων της Αγχιάλου, του Πύργου, της Μεσημβρίας, της Φιλιππουπόλεως, της Βάρνης, της Σκλύμνου κλπ. (Κ. Γάλλου, Ο Μακεδονικός Αγώνας στη Δυτική Μακεδονία και ο σοβαρός ρόλος της Εκκλησίας στην ευόδωση του, στο περιοδικό "Παράδοση", Α΄, 2)

Οι ωμότητες των βουλγάρων Κομιτατζήδων σε βάρος των Ελλήνων της Μακεδονίας περιγράφονται στην "Κυανή Βίβλο" που εξέδωσε η βρεττανική κυβέρνηση το 1903. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Η δολοφονία είναι το κυριώτερον όπλον των βουλγαρικών κομιτάτων. Προ ουδενός υποχωρούσιν. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματά των. Κατά χιλιάδες εφονεύθησαν οι Έλληνες κατά τα τελευταία πέντε ή εξ έτη... αθώων και αόπλων εκβιάσεις, ληστείαι, δολοφονίαι ανδρών και γυναικών, ανελεήμονα βασανιστήρια ιερέων, ιατρών, διδασκάλων κατακρεουργήσεις, ναών εμπρησμοί... καταστροφή χριστιανών Ορθοδόξων... γενική τρομοκρατία, πλήμμυρα αίματος" (Στοιχεία σχετικά εις Σαρ. Καργάκου, Κεφάλαια Μακεδονικής Ιστορίας, στο περιοδικό "Πολιτικά Θέματα", Ιαν. 1992).

Στο μεταξύ στην Αθήνα ιδρύονταν μυστικές εταιρείες, κατά το πρότυπο της Φιλικής, με σκοπό την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους τούρκους, που είχαν άδοξο τέλος, γιατί περιορίζονταν σε λόγια και μόνο λόγια. Το 1903 ιδρύεται στην Αθήνα από τους Στέφανο Δραγούμη, Δημ. Καλαποθάκη κ.ά. το "Ελληνικό Κομιτάτο", που επιτυγχάνει να κινητοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Το επίσημο κράτος προηγουμένως, αφού μετά τη σύσταση του Βασιλείου είχε αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με την Υψηλή Πύλη, είχε κατορθώσει να συστήσει ελληνικά προξενεία στα κυριότερα μέρη του υπόδουλου Ελληνισμού, που απετέλεσαν κέντρα εθνικής εγρήγορσης, με τους εμπνευσμένους, σε πλείστες περιπτώσεις, ελληνόψυχους προξένους των, όπως ο Θεόδωρος Βαλλιάνος στη Θεσσαλονίκη, ο Πέτρος Λογοθέτης στο Μοναστήρι, ο Ίων Δραγούμης, ο Σταμ. Πεζάς κ.ά. Αυτοί, ζώντες εκ του πλησίον την κατάσταση και διαβλέποντες τα δεινά που επρόκειτο να ακολουθήσουν, σε περίπτωση επιτυχίας των ρωσικών σχεδίων, άρχισαν να πιέζουν την ελληνική κυβέρνηση για ενεργότερη ανάμειξη του εθνικού κέντρου στα πράγματα της Μακεδονίας. Ζητούσαν, μεταξύ άλλων, οικονομικό πόλεμο εναντίον των βουλγαριζόντων, λήψη μέτρων εναντίον των βουλγάρων, αποθάρρυνση των εκκλησιαστικών προσώπων που διέκειντο φιλικά προς τους βουλγάρους, καλλιέργεια ακαταλλάκτου μίσους εναντίον παντός του βουλγαρικού. Όμως το κέντρο, απορροφημένος με τις δικές του πληγές, δεν συνειδητοποίησε εγκαίρως τον κίνδυνο.

Τον κίνδυνο ωστόσο είχε συνειδητοποιήσει το Πατριαρχείο, που αρχικά συνεσκιασμένως, αλλά μετά τη σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας φανερά και απροκάλυπτα, έλαβε θέση αμύνης απέναντι στις πανσλαβικές βλέψεις και μεθοδείες. Έτσι, με απόφαση της Ενδημούσης Συνόδου του 1872 καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση και τους Εξαρχικούς κήρυξε σχισματικούς. Εφεξής η λέξη "σχισματικός" εννοούσε τον βούλγαρο, η δε λέξη "πατριαρχικός" εννοούσε τον Έλληνα. Κατά την απόφαση του 1872 ο εθνοφυλετισμός ήταν "τι ξένον και όλως αδιανόητον" για την Ορθοδοξία και ως κριτήριο αυτοκεφαλίας διότι εισήγαγε "το κακόν της εκκλησιαστικής κατατομής, συγχύσεως και διαλύσεως μέχρι και αυτών των κατ' οίκον Εκκλησιών" και ως αντίθετο στοιχείο της ουσίας της Εκκλησίας, ούσης κοινωνίας πνευματικής προορισμένης να συμπεριλάβει όλα τα έθνη (ΑΘ. Αγγελοπούλου, Μακεδονικό ζήτημα, Η εκκλησιαστική ιστορικοκανονιή άποψη από το 1944 κι εδώ, στην "Εκκλησιαστική Αλήθεια", 16.12.88). Παράλληλα το Πατριαρχείο, επί Πατριάρχου Κωνσταντίνου Ε΄ του Βαλλιάδου, προήγαγε σε Μητροπόλεις όλες τις Επισκοπές της Μακεδονίας και απέστειλε στις μακεδονικές αυτές Μητροπόλεις νέους, φλογερούς πατριώτες και αποφασισμένους ποιμένες ως Μητροπολίτες, που ετέθησαν αμέσως επικεφαλής του πολύμορφου αγώνα για τη διάσωση της Μακεδονίας. Ανάμεσα σ' αυτούς σελαγίζουν τα ονόματα του Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη, του Πελαγονίας Ιωακείμ Φοροπούλου, του Δράμας Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Κορυτσάς Φωτίου Καλπίδου, του Νευροκοπίου Θεοδωρήτου Βατματζίδου, του Γρεβενών Αιμιλιανού Λαζαρίδου, του Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρου Ρηγοπούλου, του Σερρών Γρηγορίου, του Μελενίκου Ειρηναίου Παντολέοντος, του Βοδενών Στεφάνου Δανιηλίδου κλπ. Σ' αυτούς κυρίως και σε πολλούς άλλους η Μεγάλη Εκκλησία ανέθεσε την αποστολή διασώσεως της Μακεδονίας από την πανσλαβιστική απειλή και αυτοί κυρίως εβάστασαν τον καύσωνα της ημέρας και το ψύχος της νυκτός, της ασελήνου και οργιώδους. Χωρίς αυτούς ο Ελληνισμός θα είχε χαθεί από τη Μακεδονία πολύ πριν το 1903, δηλ. πριν εκδηλωθεί η αντίδραση του ελληνικού βασιλείου και προετοιμασθούν τα πρώτα ένοπλα τμήματά του.

Με δεδομένα τον ανοικτό ανταγωνισμό Πατριαρχείου και Εξαρχίας και την ανάγκη αναχαιτίσεως του πανσλαβισμού, "προβαίνοντος γιγαντιαίοις βήμασι προς βλάβην του Ελληνισμού" κατά την φράση του Θ. Βαλλιάνου, οι Ιεράρχες αυτοί, αποτελούντες τους ευέλπιδες Εκκλησίας και Γένους, ανέλαβαν με ενθουσιασμό και φρόνημα ηρωικό τον αγώνα των και επετέλεσαν θαύματα. Άγοντες οι περισσότεροι ηλικία κάτω των 40 ετών όταν απεστάλησαν, μερικοί δε και κάτω των 35, διαθέτοντες ευφυία οξυδερκή, παράστημα αρρενωπό και επιβλητικό, μόρφωση σπάνια, γλωσσομάθεια, φρόνημα ακμαίο και ακατάβλητο, αγάπη προς το Γένος μέχρι λατρείας, ηρωισμό και γενναιότητα και δεινότητα ρητορική και διπλωματική, εκλαμβάνονταν παρά των Ελλήνων Ορθοδόξων ως Αρχάγγελοι, σταλθέντες στην κατάλληλη στιγμή, ενώ παρά των εξαρχικών εκλαμβάνονταν ως πολέμαρχοι ανίκητοι και απτόητοι. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό, κατά το οποίο οι ακόλουθοι του Μητροπολίτου Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη συνέλαβαν περιφερόμενο έξω από τη Μητρόπολη, έναν ύποπτο, που ανακρινόμενος ομολόγησε ότι είχε σταλεί από το βουλγαρικό Κομιτάτο να δολοφονήσει τον ιεράρχη, αλλά δεν εκτέλεσε την εντολή όταν είδε τον Γερμανό "ένα λεβέντη -όπως είπε- που έμοιαζε με τον Θεό". Οι Ιεράρχες αυτοί εργάσθηκαν εν πολλοίς, μόνοι. Συχνά όμως τους συνέτρεχε κόσμος ολόκληρος ενόπλων και αόπλων, που στάθηκε αλληλέγγυος μαζί των. Ο κόσμος όμως αυτός δεν βρέθηκε εκεί από μόνος του, οιονεί ως από μηχανής θεός. "Χρειάσθηκε -κατά τον Π. Κανελλόπουλο- πολλή δουλειά, οργανωτική ικανότητα, που πολύ σπάνια δείχνουν οι Έλληνες, ακόμα και στη ελεύθερη πατρίδα τους, συντονισμός ενεργειών σε χώρα που βρισκόταν κάτω από τον ζυγό ενός ισχυρού μακροχρόνιου κατακτητή, της οθωμανικής αυτοκρατορίας". Όμως κέντρα συντονισμού, οργανώσεως, εμπνεύσεως και κατευθύνσεων ήταν οι έδρες των Μητροπόλεων. Εκεί οι ανύστακτοι φρουροί Ιεράρχες, με τα ηγετικά των προσόντα, ανεδείχθησαν αρχηγοί του αγώνα, συμπράττοντες με τους πιο ποικίλους παράγοντες, δηλ. τα ελληνικά προξενεία, τους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, τους ντόπιους λαϊκούς οπλαρχηγούς, τους επιστήμονες, τα σωματεία, τις κοινότητες, τους δασκάλους, τους Ιερείς, τους τραπεζίτες, τον λαό. Με όλους συνεργάσθηκαν χωρίς εγωισμούς και φανφαρονισμούς, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς καπετανισμούς. Αλλά το όραμα της σωτηρίας της πατρίδος. Αρχικά άοπλοι. Τα όπλα ήλθαν αργότερα. Το άοπλο πνεύμα του Ελληνισμού είχε προηγηθεί του ενόπλου αγώνα με κεντρικό άξονα την Εκκλησία. Έτσι, οι Ιεράρχες ρίχτηκαν στον μεγάλο αγώνα, προς αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων του υπόδουλου Ελληνισμού.

Το πρώτο και επείγον που είχαν να αντιμετωπίσουν οι νέοι αυτοί Ιεράρχες ήταν η εμψύχωση και η αναπτέρωση του καταπτοημένου ηθικού των ελληνικών πληθυσμών, που δεινοπαθούσαν υπό τα ανηλεή πλήγματα των κομιτατζήδων. Το έργο ήταν δυσχερές και επικίνδυνο. Η ύπαιθρος χώρα κυριαρχούνταν από τις συμμορίες των Βουλγάρων που με φωτιά και τσεκούρι αδρανοποιούσαν κάθε εστία Ελληνισμού. Ολόκληρα χωριά, προ της ασκουμένης βίας και τρομοκρατίας, μεταπηδούσαν στην Εξαρχία, ενώ Ιερείς, δάσκαλοι και πρόκριτοι σφάζονταν καθ' ημέραν ανηλεώς. Ιδού πώς περιγράφει στα "Απομνημονεύματα" του ο Γερμανός Καραβαγγέλης την κατάσταση στην περιοχή Καστοριάς, όταν ο ίδιος εγκατεστάθη εκεί (1900): "Οι συμμορίες (των βουλγάρων κομιτατζήδων) συγκαλούσαν τη νύχτα τους χωρικούς μέσα στις εκκλησιές και αφού τους όρκιζαν στο Κομιτάτο, τους αποσπούσαν υπό την απειλή των όπλων αναφορές προς την Εξαρχία και την κυβέρνηση, όπου εδήλωναν ότι αποσκιρτούν στην Εξαρχία. Όσοι από τους χωρικούς κινδύνευαν ως ύποπτοι στους βουλγάρους κατέφευγαν στην Καστοριά, οι δάσκαλοι εγκατέλειπαν τις θέσεις τους, ιδίως μετά τον τραγικό θάνατο του δασκάλου Σετόμου Μαλιγγάνου, που έφερε 30 λογχισμούς και οι Ιερείς, ύστερα από τη δολοφονία των Ιερέων Νερετίου, Στρεμπένου, Προκοπάνας και Μποσδίβιστας, άλλοι κατέφυγαν στην Καστοριά, όπως οι Ιερείς της Ζορμπάνιστας, του Απόσκεπου, της Λαμπάνιτσας, της Ζαγορίτσανης, της Κολλίτσας, της Τεχτόλιτας, και άλλοι έμεναν στα χωριά τους σιωπώντας και περιμένοντας την ημέρα της απελευθερώσεώς τους από την τυραννία του βουλγαρικού κομιτάτου".

Οι Αρχιερείς δεν δίστασαν να περιφρονήσουν τον κίνδυνο του φόβου της ζωής τους και ανέλαβαν περιοδείες, με πολεμική εξάρτυση οι περισσότεροι, και με συνοδεία ενός ή δύο υπηρετών, δείχνοντας έτσι το αλύγιστο φρόνημα τους και την πεποίθηση τους ότι αυτοί είναι οι δυνατοί και όχι οι βούλγαροι. Ο λαός βλέποντας τις κινήσεις αυτές και ακούγοντας τα πύρινα κηρύγματα των Ποιμεναρχών του αισθανόταν να αναπτερώνονται οι ελπίδες του και να πυργώνονται τα όνειρά του. Το 1900 ο Γερμανός Καραβαγγέλης εκλέγεται Μητροπολίτης Καστοριάς. Φθάνοντας στη Μητρόπολή του και αφού διαπιστώνει την κατάσταση γράφει προς τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄: "Οι κομιτατζήδες επιδιώκουν να υποχρεώσουν τους χωρικούς να επιλέξουν μεταξύ Εξαρχίας και θανάτου". Η ανάγκη ενθαρρύνσεως των ορθοδόξων Ελλήνων ήταν αδήριτη, διότι χωρίς αναπτερωμένο ηθικό οι Έλληνες αυτοί της μακεδονικής υπαίθρου θα έπεφταν αργά ή γρήγορα θύματα των εκβιασμών του βουλγαρικού κομιτάτου, που αδίστακτο όπως ήταν έφθανε μέχρις εσχάτων. Άλλωστε στο πρόγραμμα του αφελληνισμού εντάσσονταν και οι δολοφονίες επιφανών Ελλήνων, που τολμούσαν να αντισταθούν στα σχέδια του κομιτάτου, ώστε όλος ο άλλος πληθυσμός να καταπτοηθεί και παραδοθεί αμαχητί. Γι' αυτό οι ιεράρχες όχι μόνο περιόδευαν, αλλά και με τη στάση τους έδειχναν ότι δεν φοβούνται του κομιτατζήδες. "Ζητώ σταυρόν, μεγάλον σταυρόν, επί του οποίου θα δοκιμάσω την ευχαρίστησιν καθηλούμενος και μη έχων τι έτερον να δώσω προς σωτηρίαν της ημετέρας λατρευτής πατρίδος ει μη το αίμα μου. Ούτως εννοώ το έπ' εμοί την ζωήν και την αρχιερωσύνην" έγραφε ο Δράμας Χρυσόστομος -μετέπειτα εθνο-ιερομάρτυρας Σμύρνης- προς τον εν Κωνσταντινουπόλει Έλληνα πρεσβευτή το 1907, όταν επέκειτο η εκ Δράμας μετάθεσή του τη αξιώσει της Υψηλής Πύλης. Είναι χαρακτηριστική του "αέρα" που είχαν έναντι των κομιτατζήδων οι Ιεράρχες, η περιγραφή που κάνει και για τον εαυτό του και την εμφάνιση του ο Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης: "Εις την Μητρόπολιν μου -γράφει στα Απομνημονεύματα του- πάντοτε είχον δύο θαυμάσια άλογα. Έπειτα, όταν έκανα τέτοια επικίνδυνα ταξίδια ντυνόμουν κάπως διαφορετικά. Έριχνα επάνω μου ένα μαύρο εγγλέζικο αδιάβροχο, φορούσα μπότες ψηλές ως το γόνατο, το αντερί μου το εσήκωνα και έπιανα τις άκρες του μέσα στις τσέπες μου. Και πάνω από το καλυμμαύχι μου έριχνα ένα μαύρο μαντήλι. Στον ώμο κρεμόταν το "μάλιγχερ" και στο στήθος μου σταυρωτά κάτω από το αδιάβροχα διακρίνονταν οι φυσιγγιοθήκες με τα φυσέκια. Στη μέση φορούσα μια πέτσινη ζώνη απ' όπου κρέμονταν από τη μια η θήκη του πιστολιού μου, που ήταν μεγάλο και γινόταν εν ανάγκη και τουφέκι, και από την άλλη ένα μαχαίρι στη θήκη του. Έτσι όλοι με πέρναγαν για στρατιωτικό ή αστυνομικό. Συχνά γυμναζόμουν στο σημάδι..." (Αντιγόνης Μπέλλου-Θρεψιάδη, Μορφές Μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη, σελ. 75-76).

Οι Ιεράρχες αυτοί φαίνεται να υπέταξαν στη στρατιωτική τους ιδιότητα εκείνη του ειρηνόφιλου Κληρικού. Χάριν της πατρίδος έζησαν, δίδαξαν και έπραξαν αναμφίβολα με πιστότητα προς την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας. Είχε δίκιο ο Ιω. Συκουτρής, που υποστήριζε ότι "Η Εκκλησία πολλάκις τον καθαρώς δευτερογενή γι' αυτήν εθνικόν σκοπόν έθεσεν υπεράνω των καθαρώς θρησκευτικών και ιδίου της, ως οργανισμού, συμφέροντος" (Ιω. Συκουτρή, Μελέται και άρθρα 1956, σελ. 97). Αλλά τούτο ήταν επιταγή των καιρών. Όταν π.χ. ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Φορόπουλος -ο, κατά τον Κ. Ψάχον, "κράτιστος ποιμήν και πρόμαχος σθεναρότατος των δικαιωμάτων της Εκκλησίας"- μιλώντας στους Έλληνες από της Ωραίας Πύλης του Ιερού Ναού του χωριού Μοριχόβου έλεγε "Δεν σας συμβουλεύω οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος, αλλά σας συμβουλεύω οφθαλμούς αντί οφθαλμού και οδόντας αντί οδόντος", δυνατόν να παρέβαινε εντολή του Χριστού αλλ' οι περιστάσεις επέβαλλαν την υπέρβαση της εντολής για τη σωτηρία της πατρίδας. Και όταν το Πατριαρχείο με Εγκυκλίους του το 1901 συνιστούσε στους Ιεράρχες ότι "η πνευματική επισκόπησις και λοιπή διοίκησις αυτών, είπερ ποτέ και άλλοτε δέον ίνα περιβληθή ανάλογον τύπον και χαρακτήρα ήτοι μάλλον σύντομον και συνετόν και συμφωνότερον προς την σοβαρότητα των καιρών και περιστάσεων", εκείνοι, οι φλογεροί ιεράρχες, μετέφραζαν τη ζητουμένη σοβαρότητα και σύνεση στις ενέργειές τους ως έξαψη του εθνικού φρονήματος των υποδούλων και κινδυνευόντων ομοπίστων τους, καμία εντολή ουσιαστικά δεν παρέβαιναν, αφού για την εποχή εκείνη η πρώτη και ύψιστη εντολή ήταν η σωτηρία του κινδυνεύοντος έθνους. Και ενώ το πατριαρχείο πάλιν με άλλη Εγκύκλιο του, τον Ιανουάριο του 1902, ζητούσε από τους Ιεράρχες του σύνεση και μετριοπάθεια, αυτοί αντιθέτως έτρεφαν και προωθούσαν προς όφελος της πατρίδος το μίσος κατά των επίβουλων και την εκδίκηση κατά των αδίστακτων, που μετέρχονταν το παν εναντίον της βουλήσεως ενός ολοκλήρου λαού να μείνει ελεύθερος και ως χριστιανός και ως Έλλην.

Στήριζαν οι Ιεράρχες τους Έλληνες σε κάθε περίσταση και σε κάθε ευκαιρία, που την αξιοποιούσαν έντεχνα και χωρίς αναστολές φόβου. Αντίθετα κάθε χτύπημα εναντίον των Ελλήνων γινόταν εφαλτήριο για νέες εξάρσεις πατριωτισμού, για νέα ισχυρή στήριξη του φρονήματος των διωκομένων. Τέτοιες ευκαιρίες ήσαν αναμφισβήτητα οι κηδείες των ατυχών θυμάτων της βουλγαρικής θηριωδίας. Όταν το 1906 δολοφονήθηκε αγρίως ο Κορυτσάς Φώτιος, ιδού πώς περιγράφει τα της κηδείας του ο Καστορίας Γερμανός: "Δεν πέρασαν τρεις μέρες που είχα φθάσει στην Καστοριά και λαβαίνω τηλεγράφημα ότι σκοτώθηκε ο Φώτιος κοντά σ' ένα χωριό δυο ώρες έξω από την Κορυτσά, όπου είχε βγει για περιοδεία. Συγχρόνως λαβαίνω και τηλεγραφική διαταγή του Πατριαρχείου να πάω αμέσως στην Κορυτσά και να κάνω την κηδεία του μακαρίτη. Αμέσως πήγα στην Κορυτσά. Οι βούλγαροι ευτυχώς δεν μπορούσαν να με παρακολουθούν και στις έκτακτες περιοδείες μου, όπως τώρα, αν δεν είχαν γνώση από πρωτύτερα κι έτσι αυτή τη φορά τράβηξα κατ' ευθείαν. Εκεί βρήκα τον λαό τρομαγμένο κι έπρεπε να αναπτερώσω το φρόνημα του. Την κηδεία έκανα μαζί με τον Μητροπολίτη Δυρραχίου, έπειτα Ικονίου, Προκόπιο. Εγώ εξεφώνησα τον επικήδειο του αειμνήστου Φωτίου. Ανέβηκα στον άμβωνα και άρχισα με το προφητικό ρητό "Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως ου έλθη ω απόκειται και αυτός προσδοκία εθνών". Και συγχρόνως με το χέρι μου έδειχνα την Ελλάδα. Ο λόγος μου ήταν εκ του προχείρου, μα τους εφανάτισε και έκλαιγαν. Τους είπα πως δεν πρέπει να απελπίζωνται, πως στη θέση του σκοτωμένου εμείς θα στείλωμε καλύτερο κι αν τους τον σκοτώσουν κι αυτόν θα στείλουμε άλλον ακόμη καλύτερον. Και επαναλάμβανα: "Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα...". Αυτή, τους είπα ήταν η μοίρα του Ελληνικού Έθνους, να εργάζεται με το αίμα του για την απελευθέρωση του. Αλλά, επανελάμβανα, "ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού" έως ου έλθη εκείνος που είναι προσδοκία εθνών, Ελλήνων, Αλβανοφώνων, Σλαβοφώνων, Κουτσοβλάχων, που είναι όλοι γνήσια παιδιά της Ελληνικής Φυλής. Ο ενθουσιασμός του πριν τρομαγμένου λαού, που είχε πλημμυρίσει την εκκλησία και τον αυλόγυρο σιωπηλός και κατηφής, ήταν απερίγραπτος. Φωνές, κατάρες, ζητωκραυγές αντηχούσαν τώρα. Τόσο, που άμα τελείωσα τον λόγο μου, ο μουτασεφίρης (νομάρχης) Κορυτσάς, που ήταν τρομερά μισέλλην, ρωτούσε με επιμονή τον μουαβίνη (βοηθό) του τι είπα στον λόγο μου. Ο μουαβίνης ήταν Έλληνας και φίλος μου. Του είπε λοιπόν πως μίλησα πολύ αρχαία ελληνικά και δεν κατάλαβε κι αυτός καλά-καλά τι είπα. Αλλά ότι μίλησα θρησκευτικά και τέτοια πράγματα". Όταν οι λαοί έβλεπαν τον Δεσπότη τους κοντά τους, αποφασισμένο για όλα, αψηφώντας τα πάντα, μιλώντας με παρρησία και θάρρος, στεριώνονταν κι αυτοί στην πίστη στον Χριστό και στην Ελλάδα. Και τα σχέδια του Κομιτάτου κατέρρεαν εμπρός στην αποφασιστικότητα των Ελλήνων Ιεραρχών. Έγραφε για τον θάνατο του Κορυτσάς Φωτίου ο τότε Δράμας και μετέπειτα Σμύρνης, ο γνωστός εθνο-ιερομάρτυρας Χρυσόστομος: "Έκλαυσα, έκλαυσα ως παιδίον μικρόν δια τον οικτρόν θάνατον του αδελφού Φωτίου. Αιωνία η μνήμη του. Τις οίδε και οποίους άλλους αδελφούς και ίσως-ίσως και τον γράφοντα αυτόν αναμένει η αυτή τύχη". Μετά από 16 χρόνια οι λόγοι του αυτοί έβρισκαν την επαλήθευσή τους στον τραγικό του θυσιαστικό θάνατο.

Και τον Παύλο Μελά έθαψε στην Καστοριά ο Γερμανός Καραβαγγέλης, αψηφώντας τους κομιτατζήδες και τους τούρκους. "Περί την δύσιν του ηλίου -διηγείται σε επιστολή του προς τον Ίωνα Δραγούμη, με ημερομηνία 26.11.1904- παρεδόθη μοι υπό των Αρχών, αλλά το μεν ένεκα της παρελθούσης ώρας, το δε θέλων να κερδίσω καιρόν προς προετοιμασίαν ανάλογον του μεγάλου ανδρός, κατέθεσα τον σεπτόν νεκρόν εντός μικράς βυζαντινής εκκλησίας κειμένης απέναντι της Μητροπόλεως, δι' όλης δε της νυκτός άγρυπνος διαμείνας εν τω οίκω φίλου επιστηθίου λαβόντος με παρ' αυτώ όπως με παρηγορήση, ητοίμασα νέον νεκρικόν κράβατον με επιστέγασμα φέρον το σημείον του σταυρού κι το κλεινόν όνομά του, ητοίμασαν τον ένδοξον τάφον του εν τω περιβόλω του βυζαντινού ναού υπό δύο δενδρύλια απέναντι του παραθύρου μου, τη δε επαύριον Κυριακή όρθρου βαθέος, περιέδεσα τας μαρτυρικάς χείρας του με εν μετάξινον μανδήλιόν μου, κατέθεσα επί του στήθους του εν ευαγγέλιον, ένα σταυρόν και μίαν εικόνα και πριν αρχίση η Λειτουργία ετελέσαμεν την κηδείαν του. Πνιγμένος εν λυγμοίς ανέγνωσα τας ευχάς εντός του Μητροπολιτικού Ναού και μη υπάρχοντος εν αυτώ νεκροταφείου, μετέφερα ο ίδιος εις τον παρακείμενον περίβολον του βυζαντινού ναού των ταξιαρχών το σεπτόν σκήνος του, τον κατέβρεξα με πύρινα δάκρυα και απελθών έπεσα επί της στρωμνής μου όπως θρηνώ τον αοίδιμον ήρωα". Έτσι έπρατταν οι άξιοι του Γένους μας Ιεράρχες.

Με την ενίσχυση του φρονήματος του λαού συνδυαζόταν και η υποστήριξη της ελληνικής παιδείας, με τη σύσταση και λειτουργία ελληνικών σχολείων. Τη σημασία της παιδείας είχαν κατανοήσει και οι βούλγαροι, οι οποίοι από την αρχή της εκστρατείας των προσπαθούσαν να αποσπάσουν τους Έλληνες από τη σκέπη του Πατριαρχείου και από την επιρροή του, εξαναγκάζοντάς τους να προσέλθουν στην Εξαρχία και να παρακολουθήσουν μαθήματα σε βουλγαρικά σχολεία. Κατά την πρώτη φάση της δράσης του Κομιτάτου οι βούλγαροι απευθυνόμενοι προς τους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας έλεγαν: "Το γεγονός ότι ομιλείτε τη σλαβική γλώσσα σημαίνει ότι δεν είσθε Έλληνες, αλλά Σλάβοι. Πάψτε λοιπόν να επηρεάζεστε από την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία η οποία δεν έχει να σας προσφέρει τίποτα. Εγκαταλείψτε το Οικουμενικό πατριαρχείο το οποίο έχει δικαίωμα να καθοδηγεί μόνο τους αληθινούς, τους γνήσιους έλληνες. Εσείς δεν είστε πραγματικοί έλληνες. Πάψτε να στέλνετε τα παιδιά σας σε ελληνικά σχολεία. Μη δέχεσθε να ακούτε τα κηρύγματα των ελλήνων ιερέων, οι οποίοι υπάγονται στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία είναι μόνο ελληνική. Φύγετε από την πνευματική καθοδήγηση του Πατριαρχείου κι εμείς θα σας φέρουμε δικούς μας Βούλγαρους Ιερείς και Βούλγαρους Δασκάλους, ενώ τους προικισμένους σας νέους θα τους στείλωμε στη Βουλγαρία για ανώτερες σπουδές μετά τις οποίες ανοίγεται μια λαμπρή σταδιοδρομία".

Από την προκήρυξη αυτή φαίνεται σαφώς ότι οι βούλγαροι θεωρούσαν το στοιχείο της γλώσσας καθοριστικό της εθνικής ταυτότητας ενός λαού. Αλλά η Γλωσσολογία σήμερα αποφαίνεται ότι αυτό είναι θεωρία αντιεπιστημονική και λανθασμένη. Και η ιστορία απέδειξε περίτρανα πως το γλωσσικό δεν αποτελεί ασφαλή βάση για τη θεμελίωση της εθνολογικής καταγωγής ενός λαού, αλλά είναι στοιχείο δευτερεύον που δέον να συνεκτιμάται μαζί με άλλα στοιχεία για τη στερέωση στερέωση της εθνικής ταυτότητας των λαών. Ωστόσο οι σλαβόφωνοι λαοί της Μακεδονίας, εκτός βέβαια των ελληνοφώνων, έδωσαν απάντηση στα βουλγαρικά φληναφήματα, όταν αρνούνταν να εγκαταλείψουν το πατριαρχείο και μόνον όταν ασκείτο επάνω τους η φοβερή δύναμη της βίας εξαναγκάζονταν να υποταχθούν προσκαίρως για να επανέλθουν με την πρώτη ευκαιρία στην αγκάλη της πνευματικής των Μητέρας.

Όπου πάντως υπήρχε φιλοβούλγαρος Μητροπολίτης, όπως π.χ. στην περιοχή του Κιλκίς, εκεί η βουλγαρική προπαγάνδα έκανε θαύματα και αποκτούσε σημαντικά ερείσματα. Στην περιοχή Πολυανής το 1870 είχαν συσταθεί 70 περίπου βουλγαρικά σχολεία και υπήρχε τάση επεκτάσεως του κινήματος και στις γειτονικές περιοχές Μελενίκου, Στρώμνιτσας και Μογλενών (Μακεδονία: 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, έκδοσις "Εκδοτικής Αθηνών", σελ. 453). Αλλού όμως, όπου οι Ιεράρχες ήσαν Έλληνες με συνείδηση, εκεί τα βουλγαρικά σχέδια ανατρέπονταν. Εκεί, με την πρωτοβουλία της Εκκλησίας, τα ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν σωστά, δεδομένης άλλωστε και της αποκλειστικής, για τον υπόδουλο Ελληνισμό, ευθύνης για την παιδεία της ελληνικής Εκκλησίας. Αργότερα, και μάλιστα περί τα τέλη του ιθ΄ αιώνα, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε ενέργεια σχέδιο υποστηρίξεως της ελληνικής παιδείας στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, με κεντρικούς πόλους κατεύθυνσης τα ελληνικά προξενεία. Κύριος στόχος της προσπάθειας αυτής ήταν η πύκνωση των ελληνικών σχολείων και η σύσταση νηπιαγωγείων, παρθεναγωγείων και διδασκαλείων, με σκοπό τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Η κίνηση αυτή της ελληνικής πατρίδας παρ' ολίγον να αποβεί μοιραία για τις σχέσεις της με τις εκκλησιαστικές αρχές, που είδαν στην πρωτοβουλία αυτή μια τάση αφαιρέσεως από την Εκκλησία ενός δικού της πανεθνικού προνομίου, αλλά και τον κίνδυνο πολιτικοποίησης του ζητήματος της παιδείας και επέμβασης των τουρκικών αρχών στα προγράμματα των μαθημάτων και στη δομή της εκπαίδευσης. Μάλιστα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ όταν το 1901 ξαναγύρισε στον Θρόνο μνημόνευσε μεταξύ των βασικών αιτιών της οπισθοδρόμησης του Ελληνισμού στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια του 1880 και την πολιτική του ελληνικού βασιλείου στην παιδεία. Σε εμπιστευτικό Δε υπόμνημα του προς τον έλληνα επιτετραμμένο στην Πόλη Α. Ποττέ σημείωνε: "Απεσκόπει η πολιτική αύτη εις την αναφανδόν συνεργασίαν των ανά τα επίμαχα μέρη και ακολούθως πανταχού εκκλησιαστικών αρχών μετά των προξένων προεξαρχόντων αυτών επί το επιδεικτικότερον. Η τάσις αφεώρα εις την υπόδειξιν και κατ' ακολουθίαν εις απόδειξιν ότι η Εκκλησία διατελεί ή δέον να διατελή υπό την προστασίαν της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ότι οι κάτοικοι εκείνων των μερών ώφειλον να εννοήσωσι και να αισθανθώσι ότι δέον εις τας ανάγκας αυτών να προσέρχωνται εις το προξενείον ώστε να εθισθώσιν αποβλέποντες εις την Ελλάδα. Το δόγμα τούτο της ελληνικής πολιτικής... εδημιούργησε σύγχυσιν, ανέτρεψεν αιώνων καθεστώς, εξήγειρε τους απεναντίους ου μόνον εις άμυναν αλλά και επίθεσιν. Η Εκκλησία και οι λειτουργοί αυτής εκλονίσθησαν εις το έργον αυτών προσχωρούντες μετά δειλίας τινος και ενδοιασμού συρόμενοι εις νέαν οδόν. Ταύτα δεν εδήλουν, πολλού γε και δη, έλλειψιν φιλοπατρίας και πόθων προγονικών, αλλά φόβον μη το εγχείρημα αποβή εις κοινήν ολεθρίαν".

Καί τότε μεν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ παραιτήθηκε του Θρόνου (1884) εξ αιτίας και του ζητήματος αυτού, όμως οι Ιεράρχες στην Μακεδονία συνέχισαν να αγωνίζονται, χωρίς προστριβές κατά το δυνατόν, με τους προξένους μας, ώστε η μεγάλη υπόθεση της παιδείας να μην αποτύχει και η προσπάθεια να μην αναχαιτισθεί. Στα 1885 ο Γραμματεύς της Εξαρχίας Σιόπωφ διεπίστωνε: "Τα μεγάλα και δευτερεύοντα κέντρα είναι εξ ολοκλήρου εξελληνισμένα και υπό την επιρροήν των Ελλήνων και Γραικομάνων. Η ελληνική γλώσσα κατακτά έδαφος. Εις το Μοναστήριον -τα Βιτόλια- όπου προ ετών οι κάτοικοι ήσαν καθαροί βούλγαροι, σήμερον δεν ακούγεται η βουλγαρική γλώσσα, ει μη κατά τας ημέρας της αγοράς, ότε συρρέουν έξωθεν οι χωρικοί. Θα δυνηθούν άραγε να κερδίσουν την Μακεδονίαν οι βούλγαροι αν σήμερον εγίνετο δημοψήφισμα; Είμεθα βέβαιοι ότι το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας θέλει πετάξει εκ των χειρών μας και οι έλληνες θέλουν εξ άπαντος κερδίσει, διότι οι πλείστοι των κατοίκων θα δηλώσουν ότι είναι έλληνες".

Οι αυταπόδεικτες αυτές αλήθειες, που καμμιά εξαλλοσύνη των Κομιτατζήδων δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει, τελικά οδήγησε τους βουλγάρους, ιδίως μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, να ξεσπάσουν σε όργιο ληστρικής καταδρομής εναντίον των Ελλήνων, τον δε υψηλότερο φόρο πλήρωσαν όπως πάντα οι Κληρικοί και οι δάσκαλοι. Στη διετία 1898-1899 βρήκαν το θάνατο από διάφορες βουλγαρικές συμμορίες 64 Έλληνες, μεταξύ δε αυτών πολλοί Ιερείς. Οι δολοφονίες συνεχίσθηκαν και στις αρχές του αιώνα μας, ενώ οι Μητροπολίτες παρέμεναν οι πνευματικοί ταγοί που προμάχησαν των δικαίων του πληττομένου Ελληνισμού. Χάρις στην ευψυχία των τα ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν κανονικά, αποτρέποντας την άλωση της εθνικής συνειδήσεως. Στον τομέα της Παιδείας η συμβολή των Αθηνών υπήρξε κατά την εποχή αυτή -πριν από το 1904- σημαντική. Αύξησε τις πιστώσεις για τα σχολεία, πήρε μέτρα για την ποιοτική βελτίωση της εκπαίδευσης, ίδρυσε διδασκαλεία. Παραλλήλως ενίσχυσε οικονομικά τις εμπερίστατες Μητροπόλεις. Το πιο σημαντικό δε ήταν η βοήθεια της για επάνοδο στον Οικουμενικό Θρόνο του Ιωακείμ Γ΄, γεγονός που οδήγησε στη μεγαλύτερη δυνατή δραστηριοποίηση των Ιεραρχών του μακεδονικού χώρου. Και ενώ το όργιο των σφαγών των Ελλήνων κορυφωνόταν με την εξέγερση του Ήλιντεν, η Αθήνα περιοριζόταν σε διαμαρτυρίες προς τις Μεγάλες Δυνάμεις εναντίον της βουλγαρικής θηριωδίας, αποφεύγοντας την επιθετική πολιτική που εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε το 1904 να υιοθετήσει. Έτσι ο Γλάδτων έγραφε το 1902: "Ο ελληνικός παράγων εν τη χερσονήσω του Αίμου είναι ανίσχυρος και οικονομικώς και στρατιωτικώς ένεκα της ιδίας αυτού υπαιτιότητος". Και όχι μόνον βέβαια. Αλλά και εξ αιτίας της υποκριτικής στάσεως των Μεγάλων (χριστιανικών) Δυνάμεων που όταν έβλεπαν την πλάστιγγα ν ακλίνει προς την πλευρά των ελληνικών συμφερόντων επενέβαιναν για να της αλλάξουν κατεύθυνση.

Οι Έλληνες Ιεράρχες επίσης οργάνωσαν τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, όταν τα πράγματα οξύνθησαν και τον λόγο πλέον είχαν τα όπλα. Οι βούλγαροι εξόπλιζαν συνεχώς τα τμήματα των, που καθημερινά πλήθαιναν με νέους προσήλυτους, που έπρεπε ο καθένας να αγοράσει όπλο με δικά του χρήματα. Ο θάνατος του Παύλου Μελά αφύπνισε την Αθήνα και συνέβαλε στη γενίκευση της σταυροφορίας για ένοπλη υποστήριξη της κινδυνεύουσας Μακεδονίας. Οι Ιεράρχες είχαν προ πολλού αντιληφθεί την ανάγκη του ένοπλου αγώνα. Τα Μητροπολιτικά μέγαρα είχαν μεταβληθεί σε αποθήκες οπλισμού. Η μετάβαση του Παύλου Μελά στην Μακεδονία ήταν ουσιαστικά έργο του Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη, "όπως επίσης έργον ιδικόν του ήτο ο συντονισμός της δράσεως των βαθμιαίως συγκεντρωθέντων εις την περιοχήν της Καστορίας και των Κορεστίων και ετέρων ισχυρών Ελληνικών Ανταρτικών Σωμάτων" (Κ. Βαβούσκου, Η Μητρόπολις Νευροκοπίου 1900-1907, σελ. 254). Το έργο αυτό υποστηρίζουν και οι ελληνόψυχοι πρόξενοι, όπως ο Ίων Δραγούμης, που συνέβαλε στην οργάνωση των ελληνικών δυνάμεων στο Μοναστήρι. Για τον ίδιο σκοπό διακρίθηκαν οι πρόξενοι μας Ευγενιάδης στη Θεσσαλονίκη και Στορνάρης στις Σέρρες. Και αυτά παρά τις επιφυλάξεις των Αθηνών. Ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών Ρωμανός -εξ αφορμής προτάσεων του έλληνα προξένου στο Μοναστήρι Πεζά για έναρξη ενόπλου αγώνος- είχε δηλώσει: "Ούτε η κυβέρνησις, αλλ' ούτε και οι αντιπρόσωποι αυτής πρέπει να περιπλακώσι εις τοιούτου είδους εγχειρήματα, ων το αλυσιτελές κατεδείχθη εν τω παρελθόντι, και τα οποία, λόγω του τελικού σκοπού εις ον αποβλέπουσιν, αποκρούονται υπό της κοινής συνειδήσεως και παντός πεπολιτισμένου Κράτους. Το ελληνικόν Κράτος ούτε δύναται, ούτε και οφείλει να παρακολουθήσει την Βουλγαρίαν εις το είδος τούτο της ενεργείας".

Αλλ' εκείνο που αρνήθηκε να πράξει το ελληνικό βασίλειο, το έπραξαν οι Δεσποτάδες και μαζί μ' αυτούς μερικοί Έλληνες διπλωμάτες, κινδυνεύοντας να ανακληθούν και να τιμωρηθούν από την κεντρική τους υπηρεσία. Αναμφισβήτητα ο Γερμανός Καραβαγγέλης είναι ο πρώτος Ιεράρχης που οργάνωσε ένοπλα τμήματα στην περιοχή Κορεστίων. Κατόρθωσε να αποσπάσει από τους Εξαρχικούς τον οπλαρχηγό Κώττα από τη Ρούλια και τον Βαγγέλη από το Στρέμπενο. Έστειλε επιστολή στον έλληνα πρωθυπουργό Ζαΐμη ζητώντας ενισχύσεις. Αλλ' ενώ η κυβέρνηση εσίγα, το μήνυμα ενστερνίσθησαν μεμονωμένα άτομα, μεταξύ Δε αυτών και ο Παύλος Μελάς. Αργότερα ο γυναικάδελφος του Ίων Δραγούμης θα ιδρύσει στο Μοναστήρι την "Άμυνα" με δίκτυο πληροφοριών και ανακάλυψη ένοπλου αγώνα. Μόλις Δε το 1903 η κυβέρνηση Θεοτόκη θα αποστείλει στρατιωτική αποστολή στη Μακεδονία, ενώ το 1904 θα σταλεί το πρώτο εκστρατευτικό σώμα υπό τον Παύλο Μελά, μετά τον θάνατο του οποίου γενικεύθηκε η σταυροφορία ένοπλης υποστήριξης της Μακεδονίας.

Και ο Βοδενών (Εδέσσης) Νικόδημος μετέφερε όπλα κάτω από τη μύτη των τούρκων. Γράφει ο Μαζαράκης γι' αυτόν ότι ήταν "ωραίος τρακοντούτης, τύπος μελαψός, φυσιογνωμία αγαλματώδης" και περιγράφει την άφιξη του στα Βοδενά ως εξής: "Ο διάκος του Δεσπότη βαστούσε κάτι μεγάλες λαμπάδες, που ήταν τυλιγμένες λίαν επιδεικτικώς με ρόδινο χαρτί. Οι λαμπάδες ήταν όπλα μάλιγχερ που μετέφερε ο Δεσπότης. Και ενώ ηυλόγει το πλήθος... και οι τούρκοι αστυνομικοί τον δυνώδευσαν εις ένδειξιν τιμής, τα όπλα που θα μας ελευθέρωναν μίαν ημέραν από αυτούς μεταφέροντο τόσο πανηγυρικώς. Κανείς δεν ηδύνατο να υποπτευθή τοιαύτην τόλμην" (Κ. Σαρδελή, Η Εκκλησία και ο Μακεδονικός Αγώνασ, στην "Εκκλησιαστική Αλήθεια", 16.3.86).

Οι Έλληνες Ιεράρχες της Μακεδονίας, πιστοί τηρητές των πατρίων, ανεδείχθησαν προ και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα άξιοι του Γένους και της Εκκλησίας. Πριν από την έναρξη του αγώνα αυτοί είχαν προετοιμάσει το έδαφος κυρίως στις ψυχές των υποδούλων, έχοντας διεξάγει έναν άλλο αγώνα, με τη συνεργασία παπάδων και δασκάλων. "Το των ψυχών έδαφος", όπως έγραψε ο πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς, ήταν ο στόχος αυτής της προσπάθειας. Και γι' αυτό εργάσθηκαν υπεράνθρωπα νύκτα και ημέρα μηδενός φειδόμενοι κόπου και την ζωή τους καθ' εκάστην θυσιάζοντες υπέρ του Γένους. Μετέβησαν στις επάλξεις των επιστρατευθέντες αλλά και εκόντες. Πορεύτηκαν με την απόφαση να πεθάνουν, όπως τόσοι άλλοι πριν απ' αυτούς. Πάσχισαν να συναγείρουν τον πολυπράγμονα Ελληνισμό και διατήρησαν το καντήλι του Γένους αναμμένο, παρά τους βορειάδες που φυσούσαν απειλητικοί. Αν σήμερα υπάρχει Μακεδονία πολλά οφείλονται σ' αυτούς και στο πνευματικό κέντρο της ρωμηοσύνης, το Πατριαρχείο μας.

Κάποτε ο Ίων Δραγούμης αναφερόμενος στο θάνατο του Παύλου Μελά και απευθυνόμενος στην ελληνική νεολαία έλεγε: "Να ξέρετε πως αν τρέξουμε και σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει". Και επεξηγούσε: "Θα μας σώσει από τη βρώμα όπου κυλιόμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα κι από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μα ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε".

Η Μακεδονία, προσθέτουμε εμείς, θα μας σώσει και τώρα αν θυμηθούμε τα κλέη των μεγαλόπνοων πατέρων μας κι αν τα σημερινά μας πάθη αφήσουν ποτέ την ομορφιά της ζωής εκείνων να αγκαλιάσει και την δική μας ζωή.

  • Ομιλία του τότε Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Χριστοδούλου (νυν Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος)

Eπιστροφή στα Περιεχόμενα