ΕΥΡΩΠΗΗ Ευρώπη των Πνευματικών Αξιών και ο Ρόλος των Ελλήνων Ορθοδόξων και της Παιδείας μαςΕισήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου
Μακαριώτατε, Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω ολοκαρδίως την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος για την πρόσκληση και την τιμή να αναπτύξω το θέμα "Ορθόδοξη Εκκλησία και Ενωμένη Ευρώπη". Θα προσπαθήσω να μην σας κουράσω παραθέτοντάς σας βιβλιογραφικές και επιστημονικές παραπομπές, αλλά μιλώντας απλά και ουσιαστικά. Στο τέλος της εισηγήσεως θα υπάρξει σχετική βιβλιογραφία, στην οποία κανείς μπορεί να ανατρέξει, για περισσότερη ενημέρωση. Α. ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ, ΕΥΡΩΠΗ & ΕΚΚΛΗΣΙΑ: "Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΗΜΩΝ ΕΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ" Από την πρώτη στιγμή της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο αναφυόταν έντονο το ερώτημα ποιος είναι ο ρόλος της ανάμεσα στους ανθρώπους. Το μήνυμα του Ευαγγελίου ήταν και είναι δεδομένο, είναι ένα μήνυμα που αγκαλιάζει τον όλο άνθρωπο, ενδιαφέρεται και στοχεύει πρωτίστως στη σωτηρία του, αλλά μεταμορφώνει στη συνειδητή του βίωση όλη του την ψυχοσωματική οντότητα, αλλά και ταυτόχρονα τις πτυχές της κοινωνικής, ηθικής, προσωπικής και πνευματικής ζωής του. Ο άνθρωπος για την Εκκλησία αποτελεί εικόνα Θεού κατά πάντα, και η Εκκλησία δεν μπορούσε ούτε μπορεί να αρνηθεί να παρακολουθήσει κάθε στιγμή της ζωής του, να τον αγκαλιάσει, να τον μεταμορφώσει, αλλά και να του προσφέρει την αιωνιότητα εν τω κόσμω. Η Εκκλησία πάντοτε πορεύθηκε διαλεκτικά στην Ιστορία. Δεν απέρριψε κανέναν πλην της αμαρτίας. Ωστόσο είχε πάντοτε να επιλύσει σοβαρά θέματα που προέκυπταν από τον τρόπο ζωής που ακολουθούσε ο κόσμος. Το μήνυμα ήταν δεδομένο, αλλά και ο τρόπος του κόσμου δεδομένος. Όταν λέμε τρόπο, εννοούμε όχι μόνο τις ιδέες και τις αξίες που επικρατούσαν σε κάθε εποχή, την νοοτροπία και την κουλτούρα της, αλλά και τις εθνικές ιδιομορφίες, το θρησκευτικό υπόβαθρο του λαού στον οποίο απευθυνόταν η Εκκλησία, αλλά και τους συσχετισμούς του κόσμου, τον τρόπο των ισχυρών που πάντοτε διαμόρφωναν τις στάσεις ζωής των ανθρώπων, ανάλογα με τις πολιτιστικές τους καταβολές, αλλά και τον πολιτικό τρόπο διακυβέρνησης. Η Εκκλησία αντιμετώπισε στο ξεκίνημά της τη διαμάχη ανάμεσα στους εξ Ιουδαίων και εξ εθνών χριστιανούς και με την Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων έδωσε μία σοφή λύση, αρνούμενη να ενταχθεί στη λογική της καταπίεσης κάποιας εκ των δύο μερίδων και δεχόμενη εκείνες τις διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου που θα μπορούσαν να τηρηθούν από όλους(1). Θα έρθει ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος αργότερα και θα πει "ου μη φάγω κρέας εις τον αιώνα"(2), δείχνοντας το μέτρο της αγάπης, που αποτελεί τον τρόπο ζωής του Ευαγγελίου, αλλά και, ταυτόχρονα, δίνοντάς μας ένα πρότυπο στάσης και συμπεριφοράς, ιδιαίτερα απαραίτητο σήμερα. Η Εκκλησία ξεκινά την πορεία της μέσα σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Η ίδια δεν βρισκόταν σε θέση ισχύος, όπως ποτέ άλλωστε στην ιστορική της πορεία δεν πορεύθηκε εν εξουσία, αλλά διακονώντας τη σωτηρία του ανθρώπου. Χαρακτηριστικά της τότε παγκοσμιοποίησης η ενότητα κάτω από την στρατιωτική ισχύ της Ρώμης, η περίφημη Pax Romana, η επιβολή του ελληνικού πολιτιστικού μοντέλου με την κυριαρχία της ελληνιστικής κοινής διαλέκτου σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, η διαφθορά των αξιών, η κατάρρευση της φιλοσοφίας, η περιφρόνηση του ανθρώπου με τον εξανδραποδισμό και την απαξίωση της γυναίκας, η κυριαρχία των εξουσιών, οι οποίες περιβάλλονταν ενίοτε και θρησκευτικό μανδύα (εξ ου και οι διωγμοί κατά των χριστιανών), η ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων, ανθρώπων και ιδεών, οι μεσσιανικές προσδοκίες. Παρά ταύτα η Εκκλησία μεταδίδει το μήνυμα του Χριστού και του Ευαγγελίου και μέσα σε τρεις αιώνες κυριαρχεί στο ρωμαϊκό κράτος, το οποίο μετατρέπεται στην χριστιανική αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Θα χρειαστεί βέβαια το αίμα των μαρτύρων, η απολογητική των φιλοσόφων, κάποια φωτισμένα πρόσωπα, που θα οδηγήσουν στο θρίαμβο του Αγίου Πνεύματος, επιβεβαιώνοντας τον Παύλειο λόγο "η δύναμις ημών εν ασθενεία τελειούται"(3). Παρόμοια είναι και η εποχή μας. Η Εκκλησία καλείται να ζήσει σε μια νέα παγκοσμιοποίηση, που έχει περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά με την εποχή της Ρωμαϊκής κυριαρχίας. Η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών που είναι η νέα αυτοκράτειρα δύναμη, η πολιτιστική κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας με την βοήθεια της τεχνολογίας, του Κυβερνοχώρου (Ιντερνέτ), των ΜΜΕ, η διαφθορά των αξιών και η πλημμύρα της αμαρτίας, η κατάρρευση της ελεύθερης φιλοσοφίας και η προσκόλληση των διανοουμένων στους σύγχρονους Μαικήνες, η περιφρόνηση του ανθρώπου με την υπανάπτυξη του Τρίτου Κόσμου, η απαξίωση της γυναίκας με τη χρήση της ως σκεύους ηδονής(4), η κυριαρχία των εξουσιών στο όνομα της Νέας Τάξης Πραγμάτων, αλλά και ταυτόχρονα η ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων, ιδεών και ανθρώπων, ιδίως μέσω του Διαδικτύου, όπως επίσης και ένας μεσσιανισμός που διαρκώς υφέρπει στην εποχή μας με την άνθηση των αιρέσεων και των παραθρησκευτικών ομάδων με το κίνημα της Νέας Εποχής, υποδηλώνουν ότι οι καιροί δεν έχουν αλλάξει. Και πάλι σήμερα η δύναμη της Εκκλησίας "εν ασθενεία τελειούται". Είναι αδύνατον να ανατρέψουμε τη ροή των πραγμάτων, όσο και αν θα το επιθυμούσαμε. Δεν είναι σώφρων πράξη να κλειστούμε στον εαυτό μας, να περιοριστούμε στην αίσθηση ότι ενδιαφερόμαστε για τη σωτηρία του κόσμου και να εγκαταλείψουμε τον άνθρωπο στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης χωρίς ελπίδα και χωρίς βοήθεια, απλώς καλλιεργώντας μια μεταφυσική αντίληψη των πραγμάτων και με στόχο την ηθική βελτίωση του, στην προοπτική μιας μελλοντικής αμοιβής σε μια άλλη ζωή. Αυτό θα ισοδυναμούσε με προδοσία! Δεν ωφελεί να αρνηθούμε την παγκοσμιοποίηση, όσο κι αν στην ουσία της χαρακτηρίζεται και από πολλούς μύθους. Η εκτόξευση αρών κατά της σύγχρονης τεχνολογίας, της εξουσίας των ισχυρών που δεν είναι οι κυβερνήσεις των κρατών, αλλά οι μεγάλες οικονομικές εταιρίες που ελέγχουν ακόμη και τις ίδιες τις κυβερνήσεις και τα πάντα, η τοποθέτησή μας σ' έναν πόλο μόνιμης άρνησης δεν αποτελεί θετική στάση έναντι της ζωής και του κόσμου. Αρνούμαστε την αμαρτία, όχι τον άνθρωπο. Και φοβάμαι ότι με το να τοποθετούμαστε αρνητικά απέναντι στον σύγχρονο πολιτισμό, στερούμε από τους ανθρώπους τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουν την αμαρτία τους και να αναζητήσουν την μεταμόρφωση και την σωτηρία. Η εποχή μας διασώζει σε έντονο βαθμό μια δίψα για ενότητα και οικουμενικότητα. Αυτή τη δίψα για ενότητα αποτυπώνει και η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προχωρήσει σε μια κοινή πορεία των κρατών- μελών της. Μπορεί η εικόνα που έχουμε όλοι μας για την Ευρώπη να στηρίζεται στην αίσθηση πως είναι μια κοινή οικονομική και νομισματική προσπάθεια, ωστόσο, η βαθύτερη φιλοσοφία αυτών, οι οποίοι προσπάθησαν να οδηγήσουν στο σημερινό ευρωπαϊκό σχήμα, ήταν η ενότητα Η χριστιανική Ευρώπη, όσο κι αν τα κράτη, σε πολιτικό επίπεδο δε δείχνουν να εμφορούνται από το θρησκευτικό πνεύμα, εξακολουθεί να ζητά την ενότητα. Είναι δύσκολο άλλωστε να διαγράψει κανείς παράδοση αιώνων. Η Ορθοδοξία βιώνει την χάρη και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Και είναι το Άγιο Πνεύμα το οποίο έχει στους ανθρώπους εμβάλει αυτή την τάση της ενότητας, αφού "εις ενότητα πάντας εκάλεσεν το Πανάγιον Πνεύμα". Αυτό σημαίνει την a priori θετική μας στάση στο ίδιο το γεγονός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θεολογία της Εκκλησίας μας είναι η θεολογία της οικουμενικότητας, της καθολικότητας, όπου δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε κανέναν. Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων ορίζει την καθολικότητα αυτή ως εξής: "Καθολική μέν ουν καλείται, η Εκκλησία διά τό κατά πάσης είναι της οικουμένης, από περάτων γής έως περάτων. Καί διά τό διδάσκειν καθολικώς καί ανελλειπώς άπαντα τά εις γνώσιν ανθρώπων ελθείν οφειλόμενα δόγματα, περί τε ορατών καί αοράτων πραγμάτων, επουρανίων τε καί επιγείων. Καί διά τό πάν γένος ανθρώπων εις ε[υσέβειαν υποτάσσειν, αρχόντων τε καί αρχομένων, λογίων τε και ιδιωτών ..." (PG, 33:1044). Η καθολικότητα αυτή έχει υπερεθνικό χαρακτήρα, με τη σημασία που προσδίδει ο απόστολος των εθνών, καθώς "ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ. Πάντες γάρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού".(5) Η τοπική παράδοση μοιράζεται με την Παράδοση της Εκκλησίας και όσο το έθνος αφομοιώνεται στην Εκκλησία, τόσο πιο πολύ πλησιάζει την βασιλεία του Θεού. Αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος ζωής σημαίνει ότι το κράτος, η τεχνολογία, η κοινωνία, ακόμη και ο ίδιος ο πολιτισμός δεν γίνονται Εκκλησία, αλλά γεννιούνται και ολοκληρώνονται μέσα στην Εκκλησία. Κάθε εξουσία τελείται μέσα στο βαθύ και μεγάλο μυστήριο της ζωής και στο σχέδιο του Θεού, που αποσκοπεί στη σωτηρία του ανθρώπου αλλά και του κόσμου. Κανείς δεν μπορεί να επέμβει στο σχέδιο αυτό μέσα στα πλαίσια των κοσμικών θεωρήσεων και αντιλήψεων για το μέλλον του κόσμου. Κάθε άνθρωπος είναι προορισμένος για την βασιλεία του Θεού και οποιαδήποτε διάκριση της κοινωνικής καθημερινότητας θα παραμένει πάντοτε ασήμαντη. Αυτό κάνει το κοινωνικό πρόβλημα να είναι στο βάθος του ένα πνευματικό και ηθικό πρόβλημα, "πρόβλημα της νέας χριστιανικής τοποθέτησης, μπροστά στον άνθρωπο και την κοινωνία, πρόβλημα της θρησκευτικής αναγέννησης της ανθρωπότητας"(6). Άρα, η παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ενωμένη Ευρώπη δεν μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση από εμάς τους ίδιους. Έχουμε θέση και δεν πρέπει να αρνηθούμε την συμμετοχή μας σ' αυτήν. Θα ήταν παράλογο να ενταχθούμε σε μια λογική απομονωτισμού ή να γίνει η Εκκλησία φορέας του ευρωσκεπτικισμού στη χώρα μας, στο όνομα των όποιων προβλημάτων παρουσιάζει η Ευρώπη. Η Εκκλησία καλείται να μεταμορφώσει τον κόσμο και όπως όλη η κτίση ενώνεται ευχαριστιακά στη Θεία Λειτουργία, έτσι και μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Εκκλησία καλείται να παίξει ρόλο σπουδαίο, ρόλο ενωτικό, ρόλο ευχαριστιακό. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να έχουμε επίγνωση των δομικών προβλημάτων και αδυναμιών της Ευρώπης, αλλά και του τι εμείς χρειάζεται να προσφέρουμε σ' αυτήν, αφού κάνουμε την αναγκαία αυτοκριτική, διότι θα ήταν μάλλον εκτός πραγματικότητας το να ισχυριστούμε ότι είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την ευρωπαϊκή πρόκληση. Ήδη έχουν περάσει 20 χρόνια από την επίσημη ένταξή μας στην Ευρώπη και έχω την αίσθηση πως η ποιμαίνουσα τουλάχιστον Εκκλησία είναι απλώς θεατής των εξελίξεων και όχι πρωταγωνιστής ή τουλάχιστον ένας εκ των πρωταγωνιστών(7). Β. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ Η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα διακρίνεται από έξι βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία θα επιχειρήσω εν συντομία να τα παρουσιάσω στη συνέχεια, ώστε να έχουμε επίγνωση για το ποιες είναι τελικά οι προοπτικές μας, αλλά και να προχωρήσω στην υποβολή πρακτικών προτάσεων, στηριγμένων τόσο στα θεολογικά κριτήρια της Ορθοδοξίας, όσο και στην επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα. 1. Η υπερπροώθηση του οικονομικού στοιχείου της Ένωσης. Τόσο με τη συνθήκη του Μάαστριχτ, όσο και με την τροποποίησή της στο Άμστερνταμ το 1995, πορευόμαστε σε μια Ευρώπη οικονομικά ενωμένη, με κοινό νόμισμα, με εθνικές οικονομίες, οι οποίες δεν μπορούν πλέον να κινούνται αυτόνομα, αλλά με βάση τις κατευθύνσεις των Βρυξελλών και την κοινή νομισματική πολιτική. Αυτό σημαίνει μία τάση για διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας και ανάπτυξης, δηλαδή την αύξηση και της ποσότητας και της ποιότητας εργασίας. Ταυτόχρονα, με την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών, αλλά και με την μεγάλη ανταγωνιστικότητα των οικονομιών σε παγκόσμια βάση, έχουμε τεράστια αύξηση του φαινομένου της ανεργίας, από τη στιγμή που η αγορά δέχεται μεγάλη προσφορά εργασίας, σε αντίθεση με τη ζήτηση. Εξάλλου, εδώ στην πατρίδα μας είναι δεδομένο ότι λείπει ο κατάλληλος επαγγελματικός προσανατολισμός, ο οποίος θα δώσει, ιδίως στη νέα γενιά, κατάλληλες λύσεις προώθησης στην αγορά εργασίας, αλλά και τις απαραίτητες γνώσεις, ώστε ο εργαζόμενος να κάνει σωστά τη δουλειά του και κυρίως στο χώρο που του ταιριάζει! Το κοινωνικό κράτος είναι δεδομένο ότι αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Η διαρκής αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος, ώστε οι άνθρωποι να εργάζονται περισσότερα χρόνια και να πληρώνονται συνταξιοδοτούμενοι λιγότερα, οδηγεί αναπόφευκτα σε κορεσμό την αγορά εργασίας, καθώς δεν απελευθερώνονται εύκολα θέσεις για τους νεώτερους. Εξάλλου, μια σειρά επεμβάσεων στα συστήματα υγείας των Ευρωπαϊκών κρατών, με την μείωση των κονδυλίων που διατίθενται για τους ασθενείς και για την αγορά φαρμάκων, τα προβλήματα με την εισροή των λαθρομεταναστών, η τάση για περικοπή των φόρων, ώστε να αναπληρώνονται οι δυσκολίες καταβολής αυξήσεων στους εργαζομένους, η αύξηση των αστέγων και των περιθωριοποιημένων ανθρώπων είναι δηλώσεις ενός κοινωνικού κράτους που έχει την τάση να περιορίζεται στο βωμό της ανάπτυξης και του ανταγωνισμού. Η διαρκής ενίσχυση του χρηματιστηριακού και τραπεζικού συστήματος, με την χορήγηση καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων με όρους οι οποίοι προκαλούν το ενδιαφέρον του πολίτη προβάλουν από παντού τη δύναμη του χρήματος, ενώ παράλληλα προσβάλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο δυτικός πολιτισμός έχει αντιληφθεί ορθολογικά την ανάπτυξη δίδοντας έμφαση στον ανταγωνισμό και την υπερεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Με την επιστήμη ο άνθρωπος απέκτησε γνώσεις αλλά δεν μπόρεσε να καλλιεργήσει στον άνθρωπο τα χαρακτηριστικά της λιτότητας και της επικοινωνίας με το φυσικό περιβάλλον. Η βίαιη εισβολή της αναπτυξιακής νοοτροπίας αλλοίωσε τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες των κοινωνιών. Οι κοινωνικές δομές και οι ανθρώπινες αξίες επισκιάσθηκαν από τη στιγμή που ταυτίσθηκε η έννοια της προόδου με την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης. Κι ενώ όλα αυτά γίνονται στο όνομα της ευημερίας του ανθρώπου, τελικά αποβαίνουν σε βάρος του. Το προτεινόμενο ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης έχει οδηγήσει ολόκληρες κοινωνίες στην εξαθλίωση. Ο πλούτος δεν χρησιμοποιείται για την θεραπεία των αναγκών των πτωχών με αποτέλεσμα η υπο -ανάπτυξη και η φτώχεια να έπονται της ανάπτυξης. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του David Landes, Καθηγητή της Ιστορίας και Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, στο βιβλίο του "Ο πλούτος και η φτώχεια των εθνών", ο οποίος χωρίζει προκλητικά τον κόσμο σε τρεις κατηγορίες: "εκείνους που ξοδεύουν πολλά χρήματα για να μην γίνονται παχύσαρκοι, εκείνοι που τρώνε για να ζήσουν και τέλος, εκείνοι που ψάχνουν να βρουν το επόμενο γεύμα τους"(8). Όσο διεθνοποιούνται οι αγορές των προϊόντων, των υπηρεσιών και των οικονομικών κεφαλαίων, δημιουργούνται νέες δυσχέρειες στην οικονομική ανάπτυξη, τις οποίες υφίστανται οι περιφέρειες, δεδομένου ότι μία παγκόσμια πολιτική αρχή αποτελεί ουτοπία για το άμεσο μέλλον. Αυτό που έχει ήδη ξεκινήσει ως χρηματοοικονομική κρίση στην Ελλάδα και την Ενωμένη Ευρώπη σύντομα θα εξαπλωθεί ως μια "ηθική ασθένεια". Από την άλλη ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν υπήρξε τόσο μεγάλη συσσώρευση Κεφαλαίου όσο τα τελευταία 10 χρόνια. Παρ΄ όλα αυτά αν ρίξουμε μια ματιά γύρω μας μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών έχει αυξηθεί απειλητικά. 20% του πληθυσμού της Γης καταναλώνει το 85% των αγαθών της παγκόσμιας οικονομίας. Την ίδια στιγμή 800 εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν από την πείνα, ενώ 35.000 παιδιά πεθαίνουν από την κακή διατροφή. Στις Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα πράγματα δεν φαίνεται να είναι καλύτερα. 15% των πολιτών ζουν κάτω από το επίπεδο φτώχειας, ενώ υπάρχουν 25 εκατομμύρια άνεργοι κυρίως νέοι. Επισημαίνουμε ακόμη ότι μαζί με την οικονομική αστάθεια συνυπάρχει και η αστάθεια των πολιτισμών και μάλιστα αυτού του ευρωπαϊκού. Επικεντρώνουμε την προσοχή μας κυρίως στο χώρο του Χρηματιστηρίου. Δεν χωρεί καμία αμφισβήτηση ότι η δύναμη του Χρηματιστηρίου έχει δημιουργήσει ένα πανικό "επιτυχίας". Κινδυνολογούμε για να κερδίσουμε. Το ήθος δεν αποτελεί κανόνα ζωής και μετατρέπεται στα χέρια των ειδικών σε διαφημιστικό σλόγκαν. Να τι προτείνει Όμιλος που ασχολείται με το Χρηματιστήριο: "Ένας Όμιλος Αξιών, που εμπνέεται από Ανθρώπινες Αξίες"(9). Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο σύνδρομο που θα το χαρακτηρίζαμε το "σύνδρομο του Κάϊν". Αυτό σημαίνει ότι η σύγχρονη οικονομία βασίζεται στην αντιπαλότητα "κερδίζω-χάνεις", που με τη σειρά της στηρίζει τη βία και την επιθετικότητα. Κι αυτό αποτελεί ένα υπαρκτό κίνδυνο σε κοινωνικό επίπεδο και θέτει σε συνθήκες ψυχολογικού κλονισμού τον ίδιο τον άνθρωπο. Δημιουργεί ανθρώπους κλειστούς, ποτισμένους από τη νοσταλγία της νίκης και δεν αφήνει περιθώρια αποτυχίας. Και ο κλονισμός αυτός δεν έχει όρια, σύνορα, δεν κάνει καμία διάκριση. Με λίγα λόγια, η νομισματικά ενωμένη Ευρώπη είναι αυτή που με τις δομές της προβάλλει το μοντέλο του οικονομοκεντρισμού ως κυρίαρχης ιδεολογίας στη ζωή μας. Αυτό σημαίνει, ότι όλο και περισσότεροι Έλληνες και ιδίως οι νέοι, θα έχουν την αίσθηση ότι χρειάζεται κανείς να δουλεύει όλο και πιο πολύ για να εξασφαλίσει την επιτυχία και την ευτυχία. Αυτός ο τρόπος αφήνει όλο και λιγότερο ελεύθερο χρόνο, επιτρέπει ελάχιστο προβληματισμό για τη ζωή και καθιστά την τηλεόραση σχεδόν αναγκαίο μέσο ξεκούρασης του ανθρώπου. Η ποιμαντική μας επομένως χρειάζεται να προσαρμοσθεί σ' αυτόν τον τρόπο ζωής και να αναζητήσουμε τόσο ως ποιμαίνουσα Εκκλησία, αλλά και η κάθε Μητρόπολη και Ενορία νέους τρόπους προσέγγισης των ανθρώπων, οι οποίοι να τους αγγίξουν το ενδιαφέρον και να τους πείσουν ότι αξίζει να μας αφιερώσουν κάποιο από τον λίγο χρόνο που έχουν, αλλά και ταυτόχρονα να ενταθεί το φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο της Εκκλησίας και ίσως να ενταχθεί σε νέα προοπτική. 2. Η πορεία προς μια γενικότερη ανάπτυξη και ενοποίηση. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη ασχολείται με τον άνθρωπο σ' όλες τις υλικές του εκφάνσεις. Διατίθενται τεράστια χρηματικά ποσά για την ανάπτυξη και προστασία τομέων όπως το περιβάλλον, οι υπηρεσίες πρόνοιας, οι καλύτερες υπηρεσίες ασφάλειας (εξ ου και η συνθήκη Σέγκεν), οι τηλεπικοινωνίες, οι δρόμοι, καθετί. Η Ευρώπη δεν παραθεωρεί τίποτα στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Βλέπει τον άνθρωπο και τα έργα του καθολικά και δαπανά τεράστια ποσά με την ύπαρξη προγραμμάτων για την πολύπλευρη ανάπτυξη του χώρου των κρατών μελών της. Απώτερος τελικά σκοπός η καλυτέρευση και η απλοποίηση της ανθρώπινης ζωής. Εδώ εμπεριέχεται σαφώς η όλη φιλοσοφία του καταναλωτισμού, της χρησιμοθηρίας και της ευκολίας, την οποία οι Πατέρες μας θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν ως παράδοση του ανθρώπου στην ηδονή και την ευμάρεια, καθώς ενίοτε χάνουμε το μέτρο. Η προσπάθεια αυτή της Ευρώπης είναι μία απάντηση και στα ευρύτερα προβλήματα του πλανήτη. Οι περιβαλλοντικές μελέτες για κάθε έργο είναι απόδειξη ότι οι Ευρωπαίοι λαμβάνουν τουλάχιστον υπ' όψιν τους το νεοεμφανιζόμενο κίνημα ακτιβισμού που αγγίζει τον κόσμο, το κίνημα της οικολογικής ευαισθητοποίησης. Η οικολογική κρίση αποτελεί άλλωστε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της ανθρωπότητας. Ήδη στο χώρο της περιβαλλοντικής επιστήμης γίνεται αποδεκτή η θέση ότι για την αντιμετώπιση της κρίσης αυτής, -πέρα από τις διάφορες ερμηνείες για τις αιτίες και τις συνέπειές της στις κοινωνίες-, επιβάλλεται και η παράλληλη ανάπτυξη μιας νέας ηθικής προσέγγισης του οικολογικού προβλήματος. Αυτό σημαίνει ότι, μαζί με τα νομοθετικά μέτρα, τα οποία ποικίλουν από τόπο σε τόπο, προτείνεται και η διαμόρφωση μιας νέας περιβαλλοντολογικής κοσμοθεωρίας, με άμεσες επιδράσεις στην αντιμετώπιση της καταναλωτικής μανίας του ανθρώπου και της νεοφιλελεύθερης οικονομίας της εποχής μας. Και εδώ ακριβώς μπορούμε να παρέμβουμε. Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία ολόκληρο το μυστήριο της δημιουργίας στηρίζεται στο τρίπτυχο: Θεός- κόσμος- άνθρωπος. Η αιτία ύπαρξης του κόσμου βρίσκεται στην ελευθερία και την αγάπη του Θεού, ο οποίος με την πανσοφία Του δημιουργεί τα πάντα "καλά λίαν" (Γένεσις, 1:31), με σκοπό τη συμμετοχή τους στην μακαριότητα του Δημιουργού. Ο κόσμος αποκτά αξία μόνον ως έργο του Κτίστη και με διπλή αναφορά στο Θεό και στον άνθρωπο. Άρα μέσα στην προβληματική αυτή το φυσικό περιβάλλον δεν μπορεί να μελετηθεί έξω από τη σχέση του με τον άνθρωπο και τον Θεό. Κι αυτή είναι η πρότασή μας. Πρόταση ανθρωπολογική-σωτηριολογική. Χρειάζεται λοιπόν να ασχοληθούμε με το πρόβλημα, και προβάλλοντας τη θεολογία μας, αλλά και με πρακτικούς τρόπους -χωρίς να λησμονούμε και τα όσα έχουν γίνει μέχρι σήμερα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το ΣΥΝΔΕΣΜΟ, την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ορθοδόξων Νεολαιών - με στόχο την ανάδειξη των θέσεων μας για το περιβάλλον και την γνωστοποίησή τους στους πιστούς και την κοινωνία, ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε με αποφασιστικότητα τις συνεχείς προκλήσεις, ευαισθητοποιούμενοι πρώτα απ' όλα ενοριακά. Να ανοίξουμε μια μικρή παρένθεση εδώ. Και σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο έχει αναπτυχθεί μία νέας μορφής συλλογικότητας. Οι Ιατροί χωρίς Σύνορα, η Διεθνής Αμνηστία, η Γκρηνπής, και αμέτρητες άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις δημιουργούν ένα τεράστιο συλλογικό κίνημα. Χιλιάδες είναι αυτοί που διαμαρτύρονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, των γυναικών, των εργαζομένων, τα δικαιώματα της φύσης, αλλά και των Θιβετιανών... Αυτός ο σύγχρονος ακτιβισμός δεν πρέπει να παραμερισθεί, αλλά χρειάζεται να επεξεργασθούμε τα θετικά σημεία των κινημάτων αυτών, τα οποία θα μπορούσαμε να τα εντάξουμε στον τρόπο της εθελοντικής διακονίας, που αποτελεί ουσιώδες συστατικό στοιχείο της ζωής της Εκκλησίας μας. Η Ευρώπη φαίνεται ότι βαδίζει ολοταχώς προς μια πλήρη ενοποίηση(10). Εδώ βέβαια εγείρονται τεράστια ερωτήματα γύρω από την ελευθερία του προσώπου μέσα στην Ένωση, μια ελευθερία που ήδη με την συνθήκη του Σέγκεν φαίνεται να βρίσκεται στα όρια της, ενώ η έλλειψη πολιτικής βούλησης για μια ολοκληρωμένη συνομοσπονδία μπορεί να θεωρηθεί καλό, από την στιγμή που τα κράτη - μέλη δεν παραιτούνται από τα αυτοκυριαρχικά τους δικαιώματα(11), αλλά ταυτόχρονα δεν επιτρέπουν στην Ευρώπη να λειτουργήσει δημοκρατικά, καθώς οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι ελάχιστα δεσμευτικές για την πολιτική των κρατών μελών σε μια σειρά θεμάτων όπως είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα (η άρνηση επιβολής ουσιαστικών κυρώσεων από την Ευρώπη στην Τουρκία για την κατοχή της Κύπρου και την σφαγή - γενοκτονία των Κούρδων), η προστασία της υγείας του Ευρωπαίου καταναλωτή και ένα σωρό άλλα θέματα που αποδεικνύουν ότι η ενοποίηση δεν είναι εύκολο να γίνει και ενότητα. 3. Η αρχή της επικουρικότητας. Σύμφωνα μ' αυτήν οι ισχυρές κεντρικά χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλουν να συμπαρασταθούν στις λιγότερο αναπτυγμένες, δίδοντας βάση και στα περιφερειακά προγράμματα, αλλά και στην πολιτιστική πολυμορφία. Για το λόγο αυτό η Ευρώπη προωθεί εκπαιδευτικά και πολιτιστικά προγράμματα, ως απόδειξη ότι δεν ενδιαφέρεται μονάχα για την υλικότητα του ανθρώπου, αλλά και για την πνευματική του καλλιέργεια(12). Έτσι, με την βοήθεια των προγραμμάτων αυτών έχουμε την κίνηση φοιτητών ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, την ανάπτυξη της τεχνολογίας στην εκπαίδευσή μας, την συντήρηση και αναστήλωση των Μονών του Αγίου Όρους, την προώθηση της πολιτιστικής συνεργασίας μεταξύ των λαών και την ενίσχυση οποιασδήποτε πρωτοβουλίας αποσκοπεί στην ανάπτυξη της περιφέρειας. Το μεγάλο πρόβλημα εδώ έγκειται στο γεγονός ότι για την Ευρώπη ο πολιτισμός ισοδυναμεί με μια φολκλορική-λαογραφική διάσταση ή περιορίζεται σε μια στατική αισθητική απόλαυση, χωρίς να αντιμετωπίζεται ως τρόπος νοηματοδότησης και αλλαγής της ζωής. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε ότι θα βγουν μέσα από την πολιτιστική συνάντηση των ευρωπαϊκών λαών οι αξίες εκείνες που θα μπολιάσουν το δέντρο της ευρωπαϊκής κοινωνίας, το οποίο έχει αγριέψει αφάνταστα στους ρυθμούς του οικονομοκεντρισμού. Το ίδιο συμβαίνει και με τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Η Ευρώπη βελτιώνει τις σχολικές εγκαταστάσεις, χρηματοδοτεί την έκδοση βιβλίων, ενισχύει τις σχολικές και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες των κρατών -μελών, χωρίς όμως να μπορεί να επιβάλει τον συνδυασμό τεχνοκρατικής και ανθρωπιστικής εκπαίδευσης. Αντιθέτως, με την διαρκή εισαγωγή νέων γνώσεων και μαθημάτων και την αύξηση των διδακτικών ωρών στα σχολεία, το ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό σύστημα παράγει άριστους τεχνοκράτες στην καλύτερη περίπτωση, ικανούς για την αγορά εργασίας και την παραγωγή έργου, αλλά λείπει εκείνη η μαγιά που θα αλλάξει την κοινωνία προς το ανθρώπινο(13). Εδώ η Εκκλησία μας μπορεί να καταθέσει την ευρύτερη Θεανθρωποκεντρική πρότασή της και τις αξίες της πολιτιστικής παράδοσης που φέρει, τόσο στο εκπαιδευτικό σύστημα της Ευρώπης, όσο και στις πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ των χωρών. Έχει γραφτεί από πολλούς στοχαστές, θεολόγους και μελετητές ότι ο Πατερικός Λόγος αποτελεί την μεγαλύτερη ελπίδα του Ευρωπαίου ανθρώπου να υπερβεί τα υπαρξιακά του αδιέξοδα που επιτείνονται μέσα από την τεχνολογική άνθηση, την οικονομική ανάπτυξη και την ηδονιστική αντίληψη της ζωής. Ωστόσο, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, οφείλουμε ως Εκκλησία να προβάλλουμε αυτόν τον πατερικό λόγο ουσιαστικά στην ίδια τη νεοελληνική κοινωνία, διεκδικώντας ο προοδευτικός στοχασμός των πατέρων μας να βρει απήχηση στον τρόπο που η πολιτική και η διανόηση αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Χρειάζεται η Εκκλησία να προκαλέσει έναν γόνιμο διάλογο θεολογίας, διανόησης και πολιτικής, με μια νέα επικοινωνιακή πολιτική, ξεφεύγοντας από τον απολογητικό λόγο και απεγκλωβιζόμενη από τη νοοτροπία της αυτάρκειας που ενίοτε μας κυριεύει. Από κει και πέρα, η προώθηση του πατερικού λόγου στην ευρωπαϊκή κοινωνία θα δώσει ίχνη και αφορμές μιας επανεύρεσης του γνήσιου χριστιανικού πνεύματος που τείνει να απολεσθεί στην Ευρώπη, ακριβώς διότι η θρησκεία θεωρείται φολκλόρ. Έχουμε να κάνουμε ουσιαστικά με μια κοινωνία που δεν λειτουργεί επικουρικά μεταξύ των μελών της, αλλά θεωρεί τα πάντα ως ατομικά γεγονότα. Αυτό σημαίνει ότι βιώνουμε ως Εκκλησία μια ποιμαντική πρόκληση: η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να λειτουργεί επικουρικά, ώστε να διασώσει τη συλλογικότητα, έστω και στην φολκλορική διάστασή της, αλλά η ευρωπαϊκή κοινωνία πορεύεται με βάση τις ατομικότητες, αίροντας στην ουσία τη συλλογικότητα ή διασώζοντάς την στα ακτιβιστικά κινήματα. Δική μας ευθύνη είναι να επισημάνουμε την αντίφαση αυτή στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ξεκαθαρίζοντας την έννοια της συλλογικότητας (ή καλύτερα της κοινότητας, σύμφωνα με τη δική μας παράδοση), αλλά και προτείνοντας τις αξίες του πολιτισμού μας που χρειάζεται να γίνουν αφορμή διαλόγου με τις αξίες του δυτικού κομματιού του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο να εμφυσήσουμε στο ποίμνιο μας την ανάγκη για ενότητα, την ανάγκη για επανεύρεση του κοινοτικού τρόπου ζωής, στηριγμένου στην επικοινωνία, τη γνησιότητα, την αγάπη και την προσφορά. Έχουμε να παλαίψουμε με ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο στηρίζεται στις αξίες του δυτικού κομματιού του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αν μπορέσουμε, μέσα από έναν συγκροτημένο κοινωνικό διάλογο να περάσουμε στην κοινωνία μας την αναγκαιότητα μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που δεν θα αφήνει έξω τον άνθρωπο, τότε αυτό θα αποτελούσε ίσως την μεγαλύτερη προσφορά της Εκκλησίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και στην εθνική μας αυτογνωσία.
![]() |