| ΒΟΛΟΣ, ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2007 |
“Εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε…”

Μήνυμα του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου για την Κοίμηση της Θεοτόκου
Μυριάδες πιστών συναγμένοι σήμερα στή χάρη της Παναγίας μας γονατίζουμε ευγνώμονα καί παρακλητικά εμπρός στό σεπτό σκήνωμα της καταθέτουμε σέ Κείνη τη θερμότερη προσευχή μας, την περιβάλλουμε μέ το απαύγασμα της ευλάβείας μας, την υμνούμε, την μεγαλύνουμε.
Κι όταν τά χείλη μας σιγοψάλλουν το απολυτίκιο της Κοιμήσεώς της, θαρρείς μια αύρα γλυκιάς παρηγοριάς κι ευφρόσυνης προσδοκίας γαληνεύει την ύπαρξή μας, καθώς με βεβαιότητα διακηρύσσουμε ότι εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε.
Δεν είναι λόγια κενά ο στίχος αυτός δεν είναι έκφραση ενός φορτισμένου θρησκευτικά συναισθήματος, πού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι βαθιά και ουσιαστική αλήθεια της πίστης μας με άμεσες μάλιστα τις ηθικές προεκτάσεις της στη ζωή μας. Δεν εγκατέλειψε τον κόσμο η Παναγία μας παρ’ όλο πού μετέστη στους ουρανούς. Είναι κοντά μας μας παραστέκεται, μας σκέπει, μας παρηγορεί, μας αγαπά απεριόριστα γιατί είναι Μάνα όχι μόνο του Θεού αλλά και δική μας. Ακούει τις προσευχές μας, γνωρίζει τον πόνο μας, αναδέχεται το βάρος των ανεπίλυτων προβλημάτων μας, και μεσολαβεί για μας στον Υιό και Θεό της.
Το επιβεβαιώνουν αιώνες τώρα και η Ιστορία και η καθημερινή πραγματικότητα. Οι σελίδες της βυζαντινής και νεότερης Ιστορίας μας έχουν εξαγιασθεί από την καταγραφή αναρίθμητων θαυμαστών επεμβάσέων της στη μαρτυρική πορεία του Έθους μας.
Όταν τις μελετούμε, βλέπουμε μπροστά μας την Υπέρμαχο Στρατηγό, τη γλυκιά μάνα του βασανισμένου λαού μας, το καταφύγιο του Γένους μας. Βλέπουμε Εκείνη, δι ης εγείρονται τρόπαια και εχθροί καταπίπτουσι
Αλλά και τά πολλά και συχνά και αδιαμφισβήτητα θαύματα πού επιτελούνται και .σήμερα με τις πρεσβείες της, τι άλλο βεβαιώνουν παπά την παρουσία της στη ζωή μας; Ουδείς προστρέχων επί σοί κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται, αγνή Παρθένε Θεοτόκε αλλ’ αιτείται την χάριν και λαμβάνει το δώρημα, ψάλλουμε στην Παράκλησή της και το διαπιστώνουμε και στην πράξει καθημερινά. Αισθανόμαστε να μας νιώθει, να μας συμπονεί. Τά προβλήματά μας και οι πίκρες μας δεν της είναι ξένα και άγνωστα. Και τούτο γιατί η Παναγία μας υπήρξε άνθρωπος, όπως είμαστε κι εμείς. Έζησε μέσα σ’ έναν κόσμο γεμάτο αμαρτία και κακότητα όπως ζούμε κι εμείς. Δοκίμασε με αφθονία την οδύνη και τη θλίψη, τά βάσανα και τα δάκρυα. Και αναδείχθηκε βασίλισσα και ηρωίδα της υπομονής, της αντοχής, της καρτερίας. Γι’αυτό καταλαβαίνει τον πόνο μας. Γι’αυτό κι εμείς στην Παναγιά μας καταφεύγουμε με εμπιστοσύνη. Την αισθανόμαστε δίπλα μας. Γευόμαστε τη γλυκύτητα της επικοινωνίας μαζί της.Οσφραινόμαστε τη μυστική ευωδία των αρετών της. Ακούμε βαθιά μέσα μας τις μητρικές συμβουλές της. Και νιώθουμε αισιοδοξία για το μέλλον, διότι έχουμε ελπίδα και στήριγμα και της σωτηρίας τείχος ακράδαντον την Δέσποιναν και Μητέρα του Λυτρωτού
Εκείνη, της οποίας οι πρεσβείες προς τον Υιό και Θεό της εισακούονται πάντοτε αμέσως. Έχουμε μαζί μας ¨την προστασίαν των Χριστιανών την ακαταίσχυντον και αντιμετωπίζουμε τη βοήθειά της.
Εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε Στέκεσαι δίπλα μας παρά τις αδυναμίες και την αμαρτωλότητά μας. Και μεις προστρέχουμε πάντα στη χάρη σου με τη γλυκιά βεβαιότητα ότι δεν θα παρίδης αμαρτωλών δεήσεων φωνάς, αλλά θα προφθάσης ως αγαθή εις την βοήθειαν ημών. Γιατί εσύ είσαι των ελπίδων μας, η παντοτινή σκέπη και καταφυγή μας.
Μαρία… «το γλυκύ όνομα»

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΠΗΛΙΟΥ
Με πολλή ταπείνωση ο μακαριστός Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης τονίζει ότι <<για να γράψει κανείς πιστός Ορθόδοξος για τη Θεοτόκο, ή πρέπει να είναι θεοφώτιστος, άγιος, υψίνους θεολόγος, ή, αν δεν είναι, να μην γράψει τίποτε δικό του, αλλά να μεταγράψει, συλλέγοντας ό,τι έγραψαν οι άγιοι θεολόγοι>>. Κι εμείς, αναγνωρίζοντας την πενία μας, θα ακολουθήσουμε αυτόν τον εύκολο δρόμο, για να προσεγγίσουμε ελάχιστα την αγιότητα, τη δόξα και το μεγαλείο της Παναγίας μας, η Οποία, ως Μητέρα της Ζωής, δέχεται όλες τις γενιές, από τον Ευαγγελισμό και μέχρι σήμερα.
Η Υπεραγία Θεοτόκος αξιοχρέως βρίσκεται στο κέντρο της ευσέβειας της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, ως <<συναίτιος>> του αγιασμού ολόκληρης της ανθρωπότητος. <<Ήταν άνθρωπος η Παναγία μας>>, παρατηρεί ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, <<και μέτοχος σε κάθε κοινό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου γένους>>.
Δεν κληρονόμησε όμως, την ίδια νοοτροπία, ούτε παρασύρθηκε από την τόσο μεγάλη κακία που επικρατεί σ’ αυτή την ζωή, αλλά νίκησε την αμαρτία και έδωσε τέλος στην κακία, αφού αντιστάθηκε στη φθορά της φύσης μας… Διατήρησε τη θέληση Της τόσο καθαρή, σαν να ήταν μόνη Της σ’ αυτή την ζωή… σαν να βρισκόταν μόνη μπροστά στον μόνο Θεό… Κι έτσι, έχοντας ξεπεράσει όλη την κτίση, τη γη, τον ουρανό, τον ήλιο, τα αστέρια, τον ίδιο τον χορό των Αγγέλων που περιβάλλει το Θεό, δεν σταμάτησε παρά αφού ενώθηκε με τον καθαρό Θεό η καθαρή.
Ο δε άγιος Σιλουάνος γράφει πως η Θεομήτωρ, αν και γεύθηκε μεγάλες θλίψεις, ποτέ δεν αμάρτησε, ούτε καν με το λογισμό.
Η ζωή της Θεοτόκου ήταν άκρως αυξητική, <<αγγελική>>, ανώτερη των ηδονών των αισθήσεων, από τη νηπιακή Της ηλικία. Ήταν αληθινά η πρώτη ασκήτρια και ησυχάστρια, όπως μας λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, και αγωνιζόταν με νηστείες, με προσευχές και με κάθε είδους ασκήσεις (άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης). Μάλιστα, ο άγιος Ανδρέας, αρχιεπίσκοπος Κρήτης, μας πληροφορεί ότι φαίνονται ακόμα και σήμερα πάνω στα μάρμαρα της Αγίας Σιών, εκεί όπου βρισκόταν το σπίτι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, τα κοιλώματα από τα γόνατα Της, ως αποτυπώματα του πλήθους των γονυκλισιών Της, ιδιαίτερα μετά την Ανάληψη του Κυρίου, καθώς και το μέρος όπου κοιμόταν λίγο πάνω σε μία πέτρα.
Τα ίδια αναφέρουν κι ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, καθώς και ο μοναχός Επιφάνιος στο λόγο του <<Βίος της Θεοτόκου>>, ο οποίος και συμπληρώνει πως η Άχραντος Παρθένος απελάμβανε πολλής τιμής, εν ζωή ακόμη, από όλους τους ανθρώπους και <<δεν τολμούσε κανένας άρχοντας των Ιουδαίων ή των ειδωλολατρών να πει κάτι κακό γι’ αυτήν ή να πλησιάσει στο σπίτι όπου έμενε. Ιάτρευε δε πολλούς ασθενείς, ελευθέρωνε από ακάθαρτα πνεύματα πολλούς, έκανε ελεημοσύνες και φρόντιζε τους φτωχούς και τις χήρες…>>.
Σώζεται και η περιγραφή της μορφής και του παραστήματος της Παναγίας μας, πολύτιμη για την απεικόνιση Της στην ιερή τέχνη της αγιογραφίας, μια και οι πιστοί ζωγράφιζαν και τιμούσαν με εικόνες τη Μητέρα του Θεού, ήδη από τον 1ο και τον 2ο αιώνα. Στο κείμενο του ο Επιφάνιος ο Αγιοπολίτης μας λέγει ότι το ήθος της Παναγίας μας ήταν πολύ σεμνό κατά πάντα.
Ήταν ολιγόλογη, ευπροσήγορη, ταπεινή, απλή, τιμούσε κάθε άνθρωπο σε τρόπο, ώστε όλοι να θαυμάζουν τα λόγια και τις πράξεις Της. Είχε δε και <<υπερβάλλουσαν ταπείνωσιν>>, γι’ αυτό και επέβλεψε σ’ Αυτήν ο Θεός, όπως κι η Ίδια μαρτύρησε, μεγαλύνοντας τον Κύριο στην συνάντησή Της με την αγία Ελισάβετ. Κατά δε το ανάστημα, άλλοι λέγουν ότι είχε μέτριο, άλλοι υψηλότερο του μετρίου. Ήταν ακόμη <<σιτόχρους, ξανθόθριξ, ξανθόμματος, ευόφθαλμος, μελανόφρων, επίρρινος, μακρόχειρ, μακροδάκτυλος, μακροπρόσωπος, χάριτος θείας και ωραιότητος πεπληρωμένη>>.
Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, γνωστός για τη βαθιά ευλάβεια του προς τη Θεοτόκο, γράφει: <<Καθώς απέραντος και ακατάληπτος υπήρξε η αγάπη της Παναγίας, έτσι απέραντος ήταν ο πόνος Της και ακατάληπτος μένει για μας, διότι λίγη είναι η αγάπη μας για το Θεό και τους ανθρώπους… Ώ, πόσο αγαπά η Παναγία όλους όσους φύλαγαν τις εντολές του Χριστού και πόσο λυπείται και θλίβεται για κείνους που δεν μετανοούν…>>.
Στην Παναγία μας, λοιπόν, ας δώσουμε και εμείς τη χαρά της εν Χριστώ ζωής και μετάνοιάς μας. Ας γίνει η ζωή μας ταπεινός υμνητής των μεγαλείων Της με τη Χάρη του Υιού Της, διότι εμείς οι άνθρωποι είναι αδύνατον να ολοκληρώσουμε με τις δικές ,ας δυνάμεις την υμνωδία, την ευχαριστία και τη δοξολογία που αξίζει στην <<Πλατυτέρα των Ουρανών>>.
Και ας Την παρακαλούμε να μην πάψει να πρεσβεύει για την πατρίδα μας και για όλους τους λαούς της γης, να γνωρίσουν εν Πνεύματι Αγίω τον μόνο Αληθινό Θεό, τον Οποίο Εκείνη, για την υπερβάλλουσα καθαρότητα Της αξιώθηκε να περιβάλει μέσα στα παρθενικά Της σπλάγχνα. Ναι, <<ώ γλυκύτατη και πράγμα και όνομα Μαριάμ>>! (Αγ. Νικόδημος) Γένοιτο! Αμήν!
Οι Νεομάρτυρες: Απόστολος, Σταμάτιος και Τριαντάφυλλος

ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΖΑΧΑΡΟΥ, Δρος Θεολογίας
Ξεχωριστή θέση στο αγιολόγιο και στις πανηγύρεις της τοπικής μας Εκκλησίας της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος κατέχουν οι εορταζόμενοι το μήνα Αύγουστο τρεις Πηλιορείτες Νεομάρτυρες: ο Απόστολος, ο Σταμάτιος και ο Τριαντάφυλλος, οι οποίοι μαρτύρησαν στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα.
Επίκεντρο των λατρευτικών και άλλων εκδηλώσεων προς τιμήν τους είναι αντίστοιχα τα Πηλιορείτικα κεφαλοχώρια: Άγιος Λαυρέντιος, Άγιος Γεώργιος Νηλείας και Ζαγορά. Αλλά και στο Βόλο και την ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας και της Θεσσαλίας τιμώνται ιδιαίτερα οι τρεις ένδοξοι γόνοι του Ορθόδοξου λαού μας και της περιοχής μας.
Ο Μεγαλομάρτυς Απόστολος ο Νέος γεννήθηκε στον Άγιο Λαυρέντιο. Απορφανισθείς σε νεαρή ηλικία, μετανάστευσε 15ετής στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργαζόταν σε κάποια ταβέρνα της Πόλης και ζούσε, παρά το νεαρό της ηλικίας του, χριστιανικά και μυαλωμένα. Υπερασπιζόμενος το δίκιο τον συμπατριωτών του, που έσπευσαν να τον συναντήσουν εκεί, και συκοφαντούμενος ως υποκινητής της διαμαρτυρίας των συγχωριανών του, συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και πιέζεται, αρχικά με ταξίματα και υποσχέσεις και στη συνέχεια βασανιζόμενος να αλλαξοπιστήσει.
Ο Απόστολος μένοντας σταθερός στην πίστη του, ομολογώντας με θάρρος το Χριστό, έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου την 16η Αυγούστου του 1686, ημέρα Δευτέρα, εμπρός στα σκαλιά του Γενιτζαμί, σε ηλικία 19 ετών.
Το λείψανο του ρίχτηκε στο Βόσπορο, ενώ μόνο η Τίμια Κάρα του διασώθηκε από μερικούς χριστιανούς και παραδόθηκε στο Πατριαρχείο. Στα 1795 μεταφέρθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την κωμόπολη του Αγίου Λαυρεντίου, και από τότε η μνήμη του τιμάται στη γενέτειρα και σε ολόκληρη τη Μαγνησία με ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια στις 16 Αυγούστου, με επίκεντρο το μεγαλοπρεπή ναό του και με συμμετοχή χιλιάδων πιστών από πολλές περιοχές της Ελλάδος. Ναοί αφιερωμένοι στο όνομα του υπάρχουν στο Βόλο, τις Β. Σποράδες, το Πήλιο και σε άλλες περιοχές της Κεντρικής Ελλάδος.
Ο Άγιος Νεομάρτυς Σταμάτιος είδε το φως του ηλίου του παρόντος κόσμου στον Άγιο Γεώργιο Νηλείας – Πηλίου. Σε ηλικία σαράντα ετών περίπου ηγήθηκε αποστολής αντιπροσωπείας των συγχωριανών του και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταδικάστηκε σε θάνατο. Για να σώσει τη ζωή του, του ζητήθηκε να αλλαξοπιστήσει. Ο Σταμάτιος έμεινε ακλόνητος στην πίστη του και μετά από σκληρά βασανιστήρια αποκεφαλίστηκε από το δήμιο κοντά στο βασιλικό παλάτι στην Κωνσταντινούπολη.
Το μαρτύριό του έλαβε χώρα την 15η Αυγούστου του 1686, όπως μας πληροφορεί ο αυτόπτης μάρτυρας Ιωάννης Καρυοφύλλης, ο οποίος έγραψε το μαρτύριο του, που σώζεται σε χειρόγραφο του Πατριαρχείου Αλεξάνδρειας. Η μνήμη ου τιμάται σύμφωνα με παλιούς Συναξαριστές, την 16η Αυγούστου και σύμφωνα με νεότερη απόφαση της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος, την πρώτη Κυριακή μετά την 16η Αυγούστου. Παρεκκλήσια του υπάρχουν στο Ναό Αγίου Γεωργίου Νηλείας, στην Ι. Μονή Ταξιαρχών Νηλείας, στο Ναό Παναγίας Μουτσαίνης στους Βροντάδες της Χίου, ενώ εικόνες του υπάρχουν στη Χίο, τη Σκόπελο, την Εύβοια και αλλού. Μικρό τεμάχιο του ιερού Λειψάνου του φυλάσσεται στην Ι. Μονή ταξιαρχών Πηλίου.
Ο Νεομάρτυς Τριαντάφυλλος ο ναύτης γεννήθηκε στην περίφημη Ζαγορά. Από μικρός εργαζόταν ως ναύτης σε ένα από τα πιο περίφημα ζαγοριανά καράβια. Το καλοκαίρι του 1680 το πλοίο του έδεσε στο λιμάνι της Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί ο τριαντάφυλλος επισκέφτηκε τις εκκλησίες και τα αγιάσματα της Πόλης. Για κάποιο άγνωστο σε μας λόγο, ήρθε σε φιλονικία με κάποιους Τούρκους, οι οποίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήθελε να γίνει Μωαμεθανός.
Ο Τριντάφυλλος όμως αρνήθηκε τη συκοφαντία και μένοντας σταθερός και ακλόνητος στην πίστη του έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου την 8η Αυγούστου του 1680 στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινουπόλεως, σε ηλικία 18 ετών. Την ημέρα αυτή τιμάται και η μνήμη του τόσο στη Ζαγορά, όσο και στις Αλυκές Βόλου, στο νεόδμητο ναό του, ενώ παρεκκλήσια αφιερωμένα στη μνήμη του υπάρχουν στην περιοχή των Μεγάρων της Αττικής, στη Χαλκιδική και αλλού. Τεμάχιο του ιερού Λειψάνου του Αγίου Τριαντάφυλλου υπάρχει τεθησαυρισμένο στην Ι. Μονή Αγίου Νικολάου, στο νησί Άνδρος, μαζί με την εικόνα του Αγίου.
Προς τιμήν και των τριών Νεομαρτύρων του Πηλίου έχουν ανεγερθεί ναοί και παρεκκλήσια, τοιχογραφίες και φορητές εικόνες κοσμούν όλους τους ναούς της περιοχής μας και άλλων περιοχών και ειδικές Ακολουθίες, Παρακλήσεις και Χαιρετισμοί έχουν συντεθεί και ψάλλονται προς τιμήν τους, ενώ και σημαντικές εκδόσεις έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, που ασχολούνται με τις μορφές των Αγίων μας.
Μαντζαβίνο
ΤΟΥ ΔΗΜ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
Τά στάχια κοίταζε η μαντζαβίνο. Σπαρμένα στο ίδιο χωράφι κι όμως διαφορετικά. Υπομειδίασε. Όμως συγκεντρώνονται στο ίδιο αλώνι, μονολόγησε. Το όνομα τόχε πάρει στο δεύτερο πόλεμο, όταν κανοναρχούσε στο μικρό οινομαγειρείο, πού της είχε αφήσει ο άνδρας της. Μάντζα, βίνο, Ζητούσαν οι Ιταλοί στρατιώτες και το όνομα κόλλησε. Μαντζαβίνο. Τώρα γυρτή, παριστάνει ακόμα την εικόνα του ανθρώπου, ως λέει. Δεν είχε αρτιμέλεια. Το ένα της το χέρι κρεμόταν από εγκεφαλικό. Τρόπος ζωής συνταξιούχου, χωρίς σύνταξη. Τα ποικίλα τεχνάσματά της, μόνο απλής διαβεβαιώσεις αξιώθηκαν. Θα φροντίσουμε. Γέρασε και η εξαπάτηση με φαντασίες πού φαίνονται αληθινές, της έκαμαν διστακτική την ελπίδα. Άγγελος του σατανά πλέον ο μεγαλομπακάλης, πού τώρα τον έλεγαν σουπερμάρκετ. Απατεώνισσα, πολυμήχανη, διεστραμμένη και πανούργα η μηχανή του. Κάθε χτύπημά της, τσίμπημα και ζυγαριά, εκείνη η μηχανή ήταν κρεμασμένη στην καρδία της, ζύγιαζε κάθε φορά την κυρτάδα του κορμιού της. Ο νους της τεντωνότανε να καταλάβει πως λειτουργεί, αλλά δεν τά κατάφερνε. Είπε να μην ξαναπάει. Αποφάσισε να φυτέψει στον κήπο της. Έβαλε κότες. Αγόρασε γίδα με δανεικά… Τά χέρια της πλήγιασαν πάλι, τά κόκκαλά της διασκορπίζονταν καθώς έσκαβε. Και εκείνη η μηχανή του μεγαλομπακάλη, που τον έλεγαν σουπερμάρκετ, κρεμασμένη απ’ την καρδία. Η φιλία του κόσμου προχωρούσε ως τά χείλη μόνο. Δούλη της κοιλιάς δεν θα γινόταν, έλεγε, και έσκαβε. Προσηλωμένη στη μακροθυμία της γης, υπόμενε την απώλεια της τελευταίας ικμάδας. Αχώρητο το πνεύμα της συνομιλούσε με τον άνδρα της που είχε πεθάνει, Η προσευχή της με αναίδεια και επιμονή τον έφερνε πίσω και του μιλούσε. Τά παιδιά της εμπιστεύθηκαν την πόλη, εξασφαλισμένες οι ελπίδες τους, όπως έλεγαν. Ο γιατρός του αγροτικού τη συμβούλευε, το τάδε να μη το κάνει ή να το κάνει, για να είναι καλά. Τα θεία ενθυμήματα της, τα έφερνε πάνω της και το σκυλάκι της. Ο θεός μετά τον κατακλυσμό του Νώε έκανε συμφωνία με τα Ζώα και έλεγε: Ου προσθήσω ουν έτι πατάξαι πασαν σάρκα Ζωσαν…, διάβασε. Το χωρίο της όλο, τόχε κλείσει στα σπλάγχνα της. Τα σπίτια πρώτα, γιατί είχαν και τις ψυχές των αποθαμένων, τα Ζώα έπειτα, με τα οποία είχε κάνει συμφωνία ο Θεός, όπως έλεγε, και τους ανθρώπους, χωρίς ξεχώρισμα του καλού απ’ τον κακό. Ένα απόγευμα, την βρήκαν στον κήπο της. Είχεν αναμειχθεί εξ ολοκλήρου με τη γη της. Τα μάτια της όλο αγαθότητα, όλο αγάπη, όλο ευσπλαχνία, όλο αγαλλίαση. Τα πάντα γύρω της γονατισμένα ευφραίνονταν όλο φως. Η καλή γυναίκα ταξίδευε.
