Η ταυτότητα της εφημερίδας
Περιεχόμενα φύλλου τρέχοντος μηνός
Το αρχείο της εφημερίδας


 
ΒΟΛΟΣ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2007







Ο γάμος και οι σχέσεις των δύο φύλων




ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΠ. ΣΟΥΛΙΩΤΗ, ΕΠ. ΛΥΚΕΙΑΡΧΗ

Για τους ανθρώπους που δεν ζουν και δεν πολιτεύονται <<κατά Χριστόν>> ο γάμος είναι σχέση βιολογική και νομική δύο προσώπων (ανδρός και γυναικός) που εξυπηρετεί κοινωνική και μόνο σκοπιμότητα. Για τους ανθρώπους, όμως, της Εκκλησίας ο γάμος είναι Μυστήριο ιερό, με το οποίο οι μέλλοντες να συζευχθούν με τις ευχές και τις ευλογίες της Εκκλησίας λαμβάνουν τη χάρη του Αγίου πνεύματος, με την οποία αγιάζονται και ενισχύονται στην πραγμάτωση των σκοπών του γάμου που είναι: <<η αλληλοβοήθεια, η αλληλοσυμπλήρωση (πνευματική και βιολογική), η παιδοποιία, για την διαιώνιση του γένους των ανθρώπων, και η τεκνοτροφία <<εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου>> ώστε η οικογένεια ν’ αποτελεί την <<κατ’ οίκον Εκκλησίαν>>, όπως λέγει ο Απ. Παύλος (Ρωμ. 46, 5).

Ο γάμος στηρίζεται στην αμοιβαία αγάπη των συζύγων, η οποία καταργεί τις συνέπειες της αμαρτίας που είναι η διαίρεση και η μοναξιά και φέρνει τον άνδρα και τη γυναίκα σε προσωπική σχέση και επικοινωνία και <<έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν>> (Γεν. 2, 24) ή όπως χαρακτηριστικά γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος <<η γυναίκα και ο άνδρας δεν είναι δύο άνθρωποι, αλλά ένας άνθρωπος>> (P.G. 62, 387).

Η ένωση αυτή του άνδρα και της γυναίκας <<εις σάρκα μίαν>> είναι, κατά τον Απ. Παύλο, <<μέγα μυστήριον>>, το οποίο πρέπει να γίνεται <<μόνον εν Κυρίω>> (Α’ Κορ. 7, 39), που σημαίνει ότι η ένωση των συζύγων διά του Μυστηρίου το γάμου έχει ως πρότυπο τη μυστική ένωση του Χριστού με την Εκκλησία: <<Το μυστήριον τούτο μέγα εστίν, εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν>> (‘Εφ. 5, 32). Με το μυστήριο του γάμου οι σύζυγοι αρχίζουν μία συνεχή πνευματώδη πορεία, έναν πνευματικό αγώνα και άσκηση αγάπης και θυσίας για την αλληλοπεριχώρηση που τους οδηγεί ασφαλώς στη βίωση της Βασιλείας του Θεού. Ο Απ. Παύλος στην προς Εφεσίους Επιστολή του παραθέτει μία ολόκληρη σειρά συστάσεων και προς τους δύο συζύγους (άνδρα και γυναίκα), οι οποίες δείχνουν τις σχέσεις που πρέπει να ρυθμίζουν τη ζωή τους, για την επιτυχία των σκοπών του γάμου. Συγκεκριμένα συστήνει στο ζευγάρι: <<Να υποτάσσεστε ο ένας στον άλλο με φόβο Χριστού>> (‘Εφ. 5, 21). Οι γυναίκες να υποτάσσονται στους άνδρες τους, όπως στον Κύριο. Γιατί ο άνδρας είναι η κεφαλή, ο αρχηγός της γυναίκας, όπως και ο Χριστός είναι η κεφαλή, ο αρχηγός της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι και ο σωτήρας του σώματος του, δηλ. της Εκκλησίας. <<Όπως,, όμως, η εκκλησία

υποτάσσεται στο Χριστό, έτσι και οι γυναίκες πρέπει σε όλα να υποτάσσονται στους άνδρες τους>> (‘Εφ. 5, 22-24). <<Οι άνδρες να αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία και πρόσφερε τη ζωή του γι’ αυτήν. Ήθελε έτσι να την εξαγιάσει καθαρίζοντας την με λουτρό του βαπτίσματος και με το λόγο, ώστε να την έχει ως νύφη την Εκκλησία με όλη της τη λαμπρότητα, την καθαρότητα και αγιότητα, χωρίς ψευγάδι ή ελάττωμα ή κάτι παρόμοιο. Το ίδιο και οι άνδρες οφείλουν να αγαπούν τις γυναίκες τους, όπως αγαπούν το ίδιο τους το σώμα. Όποιος αγαπάει τη γυναίκα του, αγαπάει τον εαυτό του. Κανείς ποτέ δεν μίσησε το ίδιο του το σώμα, αλλά αντίθετα το τρέφει και το φροντίζει. Έτσι κάνει κι ο Κύριος για την Εκκλησία, γιατί όλοι είμαστε μέλη του σώματος, του από τη σάρκα του και τα οστά του. Γι’ αυτό - λέει η Γραφή – θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του, για να ζήσει μαζί με τη γυναίκα του, θα γίνουν οι δυο τους ένας άνθρωπος. Σ’ αυτά τα λόγια κρύβεται ένα μεγάλο μυστήριο που εγώ σας λέω ότι αναφέρεται στη σχέση Χριστού και Εκκλησίας. Αλλά και εσείς, ο καθένας ν’ αγαπάει τη γυναίκα του, όπως αγαπάει τον εαυτό του, και η γυναίκα να σέβεται τον άνδρα της>>. (‘Εφ. 5, 25-33).

Στις σχέσεις των συζύγων ο Απ. Παύλος συνιστά θυσίες και ανοχή. Τα λόγια του που αναφέρονται στα μέλη της Εκκλησίας έχουν ισχύ και τα ζευγάρια των ανθρώπων <<Να ζείτε με ταπείνωση, πραότητα και υπομονή, να ανέχεσθε με αγάπη ο ένας τον άλλο και να προσπαθείτε να διατηρείτε, με την ειρήνη που σας συνδέει μεταξύ σας, την ενότητα που δίνει το Πνεύμα του Θεού>> (‘Εφ. 4, 2-3). <<Νεκρώστε, ‘ό,τι σας συνδέει με το αμαρτωλό παρελθόν: την πορνεία, την ηθική ακαθαρσία, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία>> (Κολ. 3, 5). <<Τώρα πετάξτε τα όλα αυτά από πάνω σας: Την οργή, το θυμό, την πονηρία, την κακολογία και την αισχρολογία. Μη λέτε ψέματα ο ένας στον άλλον>> (Κολ. 3, 8-9). <<Οι γυναίκες να υποτάσσεσθε στους άνδρες σας, όπως ταιριάζει σε γυναίκες που πιστεύουν στον Κύριο. Οι άνδρες να αγαπάτε τις γυναίκες σας, και να μη τους φέρεσθε με σκληρότητα>> (Κολ. 3, 18-19).

Στα λόγια του Απ. Παύλου διακρίνουμε σαφώς την ισοτιμία των δύο φύλων (ανδρός και γυναικός), η οποί, όμως, μπορεί να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, όταν συνοδεύεται από την αρετή της αγάπης: <<Πάνω απ’ όλα, να έχετε αγάπη, που είναι ο σύνδεσμος όλων και οδηγεί στην τελειότητα>> (Κολ. 3, 14). Γι’ αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος, σχολιάζοντας τα λόγια του Απ. Παύλου χαρακτηρίζει και ορίζει το γάμο ως <<μυστήριον της αγάπης>> (P.G. 51, 230), που σημαίνει ότι <<με τη χάρη του Χριστού και με τη συνεχή άσκηση για το ξεπέρασμα του ατομισμού, με τη χαρούμενη αυτοπροσφορά του ενός από τον άλλον, οι Χριστιανοί σύζυγοι κατορθώνουν να ζουν <<το μυστήριο της αγάπης>> τους διαρκώς, όχι μόνον σε ό,τι έχει σχέση με την πνευματική διάσταση του πράγματος, αλλά και με τη νομική και βιολογική πλευρά του που την εξαγιάζει και την εξυψώνει.

Η αγάπη <<είναι η δύναμη που ενώνει τα διεστώτα, που προσφέρει την ανεκτικότητα, που εξασφαλίζει την ομαλότητα. Είναι αυτή που συνενώνει τις καρδιές, που καθιστά τον άνθρωπο δυνατό, που ξεπερνά τις δυσκολίες>> και στηρίζει το οικοδόμημα του γάμου.



Ο Απ. Παύλος ως ιεροκήρυκας




ΑΠΟ ΤΗΝ Ι.ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΑΓΙΑΣ

Εθνών σε κήρυκα και φωστήρα τρισμέγιστον, Αθηναίων διδάσκαλον, οικουμένης αγλάισμα, ευφροσύνως γεραίρομεν. τους αγώνας τιμώμεν και τας βασάνους δια Χριστόν, το σεπτόν σου μαρτύριον. ‘Αγιε Παύλε Απόστολε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.

«Εθνών κήρυκα», «φωστήρα τρισμέγιστον», «Αθηναίων και οικουμένης αγλαϊαμα», χαρακτηρίζει τον μέγα Απόστολο Παύλο ο υμνογράφος του απολυτικίου του, για να συνεχίσει ο ι Χρυσόστομος με πολλά επίθετα και χαρακτηρισμούς και να ονομάζει τον Απόστολο «σκεύος της εκλογής », «βασιλέων ευπορώτερον», «πλουσίων δυνατώτερον», «στρατιωτών ισχυρότερον», «ως τον φυγαδευτήν την νοσημιάτων», «ως τον εν θαλάσσης στήσαντα τρόπαια», «ως τον εως τρίτου ουρανού αρπαγέντα και εις τον παράδεισον εισελθόντα», «Ως το στόμα του Χριστού», «ως την λύραν του Πνεύματος», «ως τον φιλοσοφότερων των φιλοσόφων», «ως των ρητόρων τον ευγλωττότερον», «ως τον διδάσκαλον της οικουμένης», «ως τον ανακηρύξαντα Χριστον τον Θεόν», «ως τον πρώτον μετά τον ‘Ενα», «ως την γλώτταν της οικουμένης», για να συνεχίσει με ένα μακροσκελές εγκωμιον, σε μεγαλείο και πνεύμα άνευ προηγουμένου, και να γράψεις για τον θείο Παύλο πως συγκεντρώνει στον εαυτό του, και μάλιστα στον ύψιστο βαθμό, τις αρετές όλων των δικαίων και των Αγίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. «το στόμα του Χριστού», «τον κήρυκα των Εθνών», «την γλώτταν της οικουμένης» ανακαλύπτει κανείς μελετώντας την ζωή και το έργο του Απ. Παύλου. Κήρυκας και Ιεραπόστολος ο Απόστολος Παύλος. κήρυκας και Ιεροπάστολος ο Απόστολος Παύλος. Η ιεραποστολή του εργασία στρέφεται γύρω από δύο βασικούς πόλους. Ο ένας είναι το κήρυγμα του λόγου του θεού, προφορικό και γραπτό, οι 14 επιστολές, οι 4 μεγάλες περιοδείες του, οι επισκέψεις στις τοπικές Εκκλησίες, οι ατομικές επικοινωνίες. και ο άλλος, η λατρευτική ζωή με τις συνάξεις των πιστών, την «κλάσιν του άρτου» (Πραξ. κ’ 11), τις προσευχές και συμπροσευχές, για τους αδελφούς και τις Εκκλησίες του χριστού. «ανάγκη μοι επισκειται ουαί δε μοι εάν μη ευαγγελίζωμαι» (Ά Κορ. θ’ 16). αρχή και τέλος, βάση και περιεχόμενο της ζωής του Αποστόλου είναι το «εν Χριστό Ιησού». Όλα μετέχουν, διαποτίζονται από αυτή τη μυστική επικοινωνία του με τον Χριστό.

η ιεραποστολική του προσπάθεια είναι εμποτισμένη από τη Χριστοκεντρική αγάπη που διακρίνει όλη τη ζωή του. έχει φλογερό πόθο να μεταδώσει το Ευαγγέλιο του Χριστού σ’ όλες τις ψυχές. αισθάνεται υποχρεωμένος να κηρύξει το ευαγγέλιο και στους Έλληνες και στους βάρβαρους και στους σοφούς και στους αγραμμάτους. «Ελλησί τε και βαρβάροις, σοφοί τε και ανοήτοις οφειλέτης ειμι ουτω το κατ’ εμε πρόθυμον και υμιν τοις εν Ρώμη ευαγγελίσασθαι» (Ρωμ. α’ 14- 15). προσπάθεια του και αγώνας του «να παραστήσει πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ Ιησού». Νοιώθει πνευματική πείνα και δίψα, για να κηρύξει το Ευαγγέλιο «έως εσχάτου της γής» (πραξ. α’ 8). Κάνει το μεγάλο άνοιγμα προς τα έθνη. γίνεται απόστολος εθνών, γιατί έχει πάρει αυτή την εντολή από τον Κύριο. «ο κύριος μοι παρέστη και ενεδυνάμωσε με, ινα δι’ εμου το κήρυγμα πληροφορηθεί και ακούσει πάντα τα έθνη» (Β’ Τιν. 4, 17).

στην Αντιόχεια ανακοινώνει την απόφαση να ανοιχθεί στα έθνη. «υμιν αναγκαίον πρώτον λαληθήναι τον λόγον του θεού επειδή δε απωθείσθε αυτόν και ουκ αξίον κρίνετε εαυτούς της αιωνίου ζωής, ιδού στρεφόμεθα εις τα έθνη» (Πραξ. 13, 46). η πόρτα των Εθνών, των ειδωλολατρών, κλειστή μέχρι τώρα στην αποκάλυψη του Θεού, ανοίγει. ο Απ. Παύλος εισέρχεται και κηρύττει. «… ήνοιξε τοις έθνεσιν θύραν πίστεως»… ο θεός.

το κήρυγμα του «κήρυκος των Εθνών» ήταν πνευματοκίνητο. οι φιλόσοφοι του αρχαίου κόσμου δίδασκαν με οξύτητα πνεύματος, με ευφυΐα, αλλά ήταν ανθρώπινο και εξέφραζε την ανθρώπινη σοφία. το κήρυγμα του Ουρανοβάμονος Παύλου, με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος είναι αλάθητο και εκφράζει τη σοφία του Θεού. στο Ευαγγελικό κήρυγμα ο θείο Παύλος είχε πολύ μεγάλη πίστη και το θεωρούσε Θεού δύναμη και Θεού σοφία. Με αυτή τη δύναμη κατέρριψε τελικά όλες τις προλήψεις των Εθνικών και την ειρωνεία και τα μετέτρεψε σε αγάπη και ενθουσιασμό προς την πίστη του Χριστού. για τον ίδιο, το κήρυγμα ήταν υπόθεση ιερή, μια που άγγιζε ψυχές αθάνατες, «υπέρ ων Χριστός απέθανεν».

Η «καταγγελία» ότι είναι ο Χριστός. όλο το έργο του είναι θεμελιωμένο πάνω στο θεμέλιο που λέγεται Ιησούς Χριστός. Χριστοκεντρικό το κήρυγμα του και ο ίδιος λέγει: «Ημείς κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Ελληση δε μωρίαν» (Α’ Κορ 1, 23). Κατά τον Απ. Παύλο το κήρυγμα είναι «εκ των ων ουκ άνευ» για τη σωτηρία. «Πας ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται. πως ουν επικαλέσονται εις ον ουκ επίστευσαν; Πως δε πιστεύσουσιν ου ουκ ήκουσαν; Πως δε ακούσωσι χωρίς κηρύσσοντος;».

Η ομιλία του Απ. Παύλου στην Αθήνα και την Αντιόχεια δίνουν το μέτρο στο κηρυκτικό έργο, του άριστου παιδαγωγού, της διακριτικότητας και μεθοδικότητας. ο ίδιος διακρίνει τους ακροατές του σε «σαρκικούς» και «πνευματικούς», σε «νηπίους» και «τελείους» και προσφέρει ανάλογη πνευματική τροφή.

Του μεγάλου Αποστόλου ο λόγος είναι «εύσημος λόγος», κατανοητός. Ο ίδιος τονίζει ότι τα λεγόμενα στη σύναξη της Εκκλησίας πρέπει να είναι κατανοητά. «Εν Εκκλησία θέλω πέντε λόγους δια του νοός μου λαλήσαι, ίνα και άλλους κατηχήσω, η μυρίους λόγους εν γλώσση» (Α’ Κορ. 14, 19) και πρίν φθάσει εδώ, παρουσιάζει πιο πάνω το κήρυγμα, σαν ιερό σάλπισμα, που εξεγείρει σε ιερό πόλεμο και πρέπει να έχει σαφήνεια, ζωντάνια και να μην είναι αερολογία.

Το κήρυγμα είναι ρυάκι αλλά και χείμαρρος είναι αύρα λεπτή, αλλ’ είναι και βιαία πνοή. Ο λόγος του είναι κάποιες φορές ελεγκτικός και καυστικός, όπως σε περιπτώσεις προκλητικής ασέβειας και διαστρέβλωσης της αλήθειας, όπως και στην περίπτωση του Έλυμα: «Σαύλος δε, ο και Παύλος, πλησθείς Πνεύματος Αγίου και ατενίσας προς αυτόν (τον Ελυμαν) είπεν Ω πλήρης παντός δόλου και πάσης ραδιουργίας, υιε διαβόλου, εχθρέ πάσης δικαιοσύνης ου παύση διαστρέφων τας οδούς Κυρίου τα ευθείας;…» (Πραξ. 13, 9-10). Είναι συνεργός Θεού, σαν κήρυκας, ο Θείος Παύλος. Είναι υπηρέτης Χριστού, προσεκτικός ώστε να μη δώσει «εγκοπήν τινά τω Ευαγγελίω του Χριστού». Ανιδιοτελής. Πρότυπο ζωής και άσκησης. Οδοιπόρος ειρήνης. Θεόκλητος και δημόκλητος. Στήριγμα των πιστών. Πολεμούμενος και διωκόμενος. Είναι πάνω απ’ όλα, ο Απόστολος των Εθνών, ο φωτιστής της Οικουμένης, ο Ιδρυτής της Εκκλησίας μας, το «μέγα καλόν» εκείνο, που έδωσε την ευκαιρία να αναδειχθούν οι Απολογητές του 2ου μ.Χ. αιώνος, όπως ο περίφημος Επίσκοπος Αθηνών, ο Αγ. Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και η Αγ. Μάρτυς Δάμαρις, να φωτισθούν τα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου με το φως του Χριστού, και μέχρι τις ημέρες μας, και μέχρι ημών των ελαχίστων μελών της Εκκλησίας του Χριστού, των δεομένων ταπεινώς: ”Άγιε Παύλε Απόστολε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, φωτισθήναι και σωθήναι τας ψυχάς ημών. Αμήν.”