Μεγάλη Σαρακοστή
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΑΓΙΑΣ
Καθώς αρχίζουμε, καθώς κάνουμε το πρώτο βήμα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής, βλέπουμε μακριά τον προορισμό... Είναι η χαρά της Λαμπρής. Είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πασχα κάνει τη λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής φως και χαρά αναστάσιμη.
Προβάλλει το σχολείο της μετάνοιας, το Τριώδιο, που θα μας δώσει δύναμη να δεχτούμε το Πασχα, όχι σαν μια απλή ευκαιρία να φάμε, να πιούμε, ν’ αναπαυτούμε, αλλά, βασικά, σαν το τέλος των «παλαιών» που είναι μέσα μας και σαν είσοδό μας στο «νέο».
Η απέκδυση του «παλαιού ανθρώπου» κατά την περίοδο αυτή τονίζεται ιδιαίτερα μέσα από τα αναγνώσματα και τούς ύμνους του ιερού βιβλίου του «Τριωδίου». Το «Τριώδιο» μας προσκαλεί στην πραγματική νηστεία, που είναι η εσωτερική καθαρότητα και η ένδεια των παθών.
Ο αγώνας και η πνευματική προσπάθεια που γίνεται κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή σε ένα στοχεύουν. Στη γνήσια προετοιμασία για το μεγάλο «σήμερον» του Πασχα.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του Τριωδίου, η μητέρα Εκκλησία μας προτρέπει να αυτοσυγκεντρωθούμε, να πολεμήσουμε τη σάρκα και τα πάθη, το πονηρό και κάθε άλλη αμαρτία. Μας συνιστά τη νηστεία των τροφών αλλά και των παθών πρωτίστως.
Η νηστεία μόνο σαν μια σωματική προσπάθεια δεν έχει κανένα νόημα χωρίς το πνευματικό συμπλήρωμά της, «...εν νηστεία και προσευχή». Αυτό σημαίνει ότι χωρίς την αντίστοιχη πνευματική προσπάθεια, χωρίς να τρεφόμαστε με τη θεία Πραγματικότητα —το Σώμα και το Αίμα του Χριστού— χωρίς να ανακαλύψουμε την ολοκληρωτική μας εξάρτηση από το Θεο και μόνο απ’ Αυτόν, η σωματική νηστεία θα καταντήσει τύπος χωρίς περιεχόμενο.
Η σωματική νηστεία που «κατευνάζει της ψυχής τα παθήματα και της σαρκός τα οιδήματα» είναι απαραίτητη, αλλά χάνει κάθε νόημα και γίνεται αληθινά επικίνδυνη, αν ξεκοπεί από την πνευματική προσπάθεια, από την προσευχή και την αυτοσυγκέντρωση.
Το στάδιο των αρετών που ανοίγεται και αρχίζει με το Τριώδιο, χαρακτηρίζεται από τις δυο μεγάλες αρετές, τη μετάνοια και την αγάπη.
Το «μετανοείτε» του Κυρίου απευθύνεται σε όλους και όχι μόνο κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Το «μετανοείτε» δεν νοείται ως «μετανοήσατε» μια φορά, ούτε σημαίνει το να μετανοεί κανείς κάθε τόσο μόνο —θα αρχίσει ίσως από εκεί— αλλά σημαίνει το να γίνει η ζωη του μια μετάνοια. Να υπάρχει μια παντοτινή στάση μετάνοιας και συντριβής μέσα του. Αυτή να διαποτίζει όλη την ύπαρξη. Οι μετανοημένοι, και μετανοούντες συνεχώς άνθρωποι, βρίσκονται συγχρόνως στη Μεγάλη Παρασκευή και στην Κυριακή του Πασχα. Στο Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο. Ζουν τη «ζωηφόρο νέκρωσι» και το «χαροποιόν πένθος» ακατάπαυστα.
Ο ταπεινός άνθρωπος, που θεωρεί «εαυτόν υποκάτω πάσης της κτίσεως», είναι το ίδιο ευαίσθητος τόσο στη μετάνοια όσο και στο μυστήριο της αγάπης. Βλέπει το δρόμο της θυσίας, της προσφοράς, που οδηγεί αμέσως και σίγουρα στην αιώνια ζωη. Κανείς κόπος που προσφέρεται από αγάπη στο Θεο και τον αδελφό, δεν πάει χαμένος. Ο «πλησίον» δεν είναι απλώς απαραίτητος σύντροφος της ζωής μας, μα αναπόσπαστο στοιχείο της πνευματικής μας αυτοσυνειδησίας. Ο άλλος είναι ο πιο ακριβός εαυτός μας, που μας χαρίζει —όταν προσφερόμαστε σ’ αυτόν— την έννοια και την πραγματικότητα της αιώνιας ζωής, που ήδη —με το μυστήριο της θυσιαστικής αγάπης— άρχισε• « Ημείς οίδαμεν ότι μεταβεβήκαμεν εκ του θανάτου εις την ζωήν, ότι αγαπώμεν τούς αδελφούς».
Με την αναφορά στην αγάπη και τη μετάνοια, και θέτοντας τη νηστεία στη σωστή της βάση, κανείς πλέον δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η πνευματική πρόοδος εξαρτάται μόνον από το πόσο νήστεψε η ασκήθηκε κάποιος κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Η πρόοδος εξαρτάται από το πόσο με τη μετάνοια και την όλη προσπάθεια, την πνευματική, έγινε ο άνθρωπος κοινωνός της Χαριτος του Αγίου Πνεύματος, που φέρνει την ανάπαυση της ψυχής.
Με κάθε μέσο που μετέρχεται και προσφέρει η Εκκλησία για τη σωτηρία μας, με το ταπεινό φρόνημα, τη μετάνοια, τα Αγια Μυστήρια, ξαναγυρίζουμε σ’ Αυτόν και δι’ Αυτού σε όλα όσα Εκείνος μας έδωσε από την τέλεια αγάπη και το έλεός Του. Ολες οι ευλογίες και όλες οι ευκαιρίες της Μεγάλης Σαρακοστής μας γεμίζουν με προσδοκία. Την προσδοκία της αγίας δόξας του Θεού, της «αρχής» που δεν έχει τέλος.
ΤΙΜΙΑ & ΑΠΛΑ
π. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ
Η συζήτηση για το χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας διεξάγεται μέχρι τώρα χωρίς ειλικρίνεια. Παραθεωρούν όλοι όσοι ελαφρά τη καρδία υποστηρίζουν το χωρισμό ότι οι συνέπειες για την Εκκλησία δεν θα είναι τόσο μεγάλες, καθότι ανέκαθεν η πίστη στηρίζεται στην παρουσία και την αγάπη του Θεού για τον κόσμο, όπως επίσης και το ότι ο κλήρος θα συντηρηθεί από την αγάπη του πιστού λαού, όπως γίνεται μέχρι σήμερα και με τα μοναστήρια, που δεν επιδοτούνται από κανένα κράτος. Πόσο έτοιμη όμως είναι η κοινωνία μας να δεχθεί μια ελεύθερη Εκκλησία, η οποία χωρίς κανέναν δεσμό κρατικό θα παρεμβαίνει ισότιμα στην κοινωνία, στην πολιτική, στη ζωή; Και πόσο τελικά έτοιμη είναι η κοινωνία μας να ζήσει χωρίς ταυτότητα και παράδοση, χωρίς αργίες και γιορτές (κι αυτά συνέπειες της σχέσης κράτους και Εκκλησίας), με το διχασμό έντονο στις τάξεις του λαού μας; Γι’ αυτά τα θέματα, οι υποστηρικτές του χωρισμού δεν μιλούνε, γιατί ξέρουν τις αντιδράσεις.
Το τηλεοπτικό σήριαλ με όλους αυτούς που έχουν αναλάβει το ρόλο του εισαγγελέα της ηθικής και που αποσκοπούν στο να ευτελίζουν τη ζωή, τις απόψεις, ακόμη και τις αμαρτίες των ανθρώπων, αναδεικνύει μία πολύ επικίνδυνη ατραπό στην οποία έχει εισέλθει η κοινωνία μας. Την ανοχή στην παρακολούθηση της ζωής των άλλων, τη μετατροπή των πάντων σε δημόσιο θέαμα και την επιβράβευση του τηλεοπτικού ολοκληρωτισμού, που ρυθμίζει χωρίς αιδώ την πορεία της κοινωνίας μας. Ουδείς εκ των «προοδευτικών» έχει εγείρει ανάστημα σε όλη αυτή την «επιχείρηση». Η υποκρισία πρυτανεύει, όταν παραβιάζονται τα δικαιώματα των άλλων και δη όσων έχουμε αναγορεύσει σε ιδεολογικούς αντιπάλους.
Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής αποτελεί το πιο όμορφο πνευματικό κομμάτι του χρόνου. Οι ακολουθίες, η νηστεία, η προσευχή, η μελέτη του λόγου του Θεού αποτελούν προσκλήσεις σε μία άλλη αντίληψη για τη ζωή, όπου πρυτανεύει η αγάπη προς το Θεό, η εσωτερική αναζήτηση, το ξεπέρασμα της ενασχόλησης με την κατανάλωση, η αυτοπειθαρχία και η βεβαιότητα ότι υπάρχει ένα άλλο ήθος, που κάνει τον άνθρωπο να περνά από το θάνατο στη ζωή. Γιατί τι άλλο παρά όψεις θανάτου αποτελούν τα παιχνίδια της αμαρτίας και το άγχος της επιβίωσης; Ας αγωνιστούμε ο καθένας μας να ζήσει τη Σαρακοστή ως προσωπικό του Πάσχα. Και ο Θεός θα βοηθήσει!
« Ιδού καιρός μετανοίας...»
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΤΣΙΚΛΗ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ-ΙΕΡΟΨΑΛΤΟΥ
Έφθασε καιρός η των πνευματικών αγώνων αρχή, η κατά των δαιμόνων νίκη, η πάνοπλος εγκράτεια, η των αγγέλων ευπρέπεια, η προς Θεόν παρρησία. Έχουμε ήδη εισέλθει, πριν λίγες μέρες, στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ένας καινούριος κύκλος λατρευτικός έχει ανοίξει, παρέχοντας σε μας τη δυνατότητα να συμμετάσχουμε ενεργητικά σε ένα περιπετειώδες μα και συναρπαστικό πνευματικό ταξίδι, με αποσκευές το αγωνιστικό φρόνημα, τις αρετές και, προπάντων, τη διαθήκη για μετάνοια• ένα ταξίδι με τελικό προορισμό τη βιωματική μετοχή στο Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού, την ανάσταση-αναγέννηση της δικής μας ψυχής, τον έλεγχο των λογισμών, τη χαλιναγώγηση του ορμέμφυτου, τη μεταμόρφωση των παθών• ένα ταξίδι ευγενές, βαθιάς ενδοσκόπησης, αυτογνωσίας, ετερογνωσίας, μα πριν και πάνω από όλα, θεογνωσίας.
« Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού καιρός μετανοίας». «Το στάδιο των αρετών ηνέωκται, οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε, αναζωσάμενοι τον καλόν της νηστείας αγώνα». Η έντονη προτροπή, η αισιοδοξία, ο υψηλός τόνος που σκόπιμα επιλέγει ο υμνογράφος, αναδεικνύει τον έντονα αγωνιστικό χαρακτήρα αλλά και τη μοναδικότητα της Ορθόδοξης Σαρακοστής.
Παραλληλίσαμε στην αρχή τη Μ. Σαρακοστή με ένα ταξίδι, απαραίτητα στοιχεία του οποίου αποτελούν τα πνευματικά εφόδια, ο ευγενής αγώνας κατά τη διάρκειά του και οι σταθμοί όπου επιβαίνοντες το χριστεπώνυμο πλήρωμα, αρυόμενοι ζωήρρυτα νάματα και πλούσιες δωρεές, θωρακίζονται και συνεχίζουν αναπτερωμένοι την πνευματική ενάθληση. Τετοιους λοιπόν σταθμούς συνιστούν οι ποικίλες λατρευτικές ευκαιρίες που προσφέρει η Εκκλησία μας μέσα σε αυτή την περίοδο• οι προηγιασμένες θείες Λειτουργίες, η ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου, η ακολουθία των Χαιρετισμών.
Εξάλλου, μέσα στα ίδια πλαίσια κινούμενοι, οι θεοφόροι πατέρες με σύνεση θαυμαστή συνέδεσαν κάθε Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής με γεγονότα η πρόσωπα που κατέχουν κεντρική θέση στη ζωή της Εκκλησίας κι εκφράζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πνεύμα των ημερών. Έτσι, όρισαν η πρώτη Κυριακή της νηστείας να είναι αφιερωμένη στην Ορθοδοξία και στην προσκύνηση των εικόνων κι αυτό γιατί η εικονομαχική έριδα απηχεί τούς κλυδωνισμούς και τούς αγώνες της Ορθοδοξίας, ενώ παράλληλα υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία δεν κάμπτεται ούτε καταράσσεται από τα φρυάγματα των εχθρών, εξωτερικών κι εσωτερικών, εφόσον κεφαλή της, αρχή, μέσον, σκοπός και απόλυτος προορισμός είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Ιησούς.
Η Β’ Κυριακή των Νηστειών επικεντρώνεται στον ουρανοφάντορα θεολόγο του 14ου αι., τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Σε εκείνον, που μίλησε για το άκτιστο φως και τις άκτιστες αλλά μεθεκτές ενέργειες του Θεού• σε εκείνον που ξεκαθάρισε μια για πάντα ότι η ένωση με το Θεο, η θέωση, περνά μέσα από την πίστη, τη νήψη, την άσκηση και τη μυστηριακή ζωη• σε εκείνον που δεν περιφρόνησε το ανθρώπινο σώμα, αλλά το είδε κεκαθαρμένο και ανακαινισμένο εν Χριστώ. Κατόπιν, την Τρίτη Κυριακή, στο μέσον ακριβώς της Σαρακοστής, η Εκκλησία μας προβάλλει το σεβάσμιο και σεπτό σύμβολο του Σταυρού, για να καταστήσει κι εμάς ιχνηλάτες των βημάτων του Χριστού, συνοδοιπόρους του Γολγοθά Του, αλλά και μετόχους της Ανάστασής Του. Την Τεταρτη Κυριακή εορτάζεται η μνήμη του αγίου Ιωάννη, συγγραφέα, της «Κλίμακος», ενός βιβλίου που περιγράφει με τρόπο αυθεντικό το χριστιανικό αγώνα, την ανάβαση στην κλίμακα των αρετών. Η Ε’ Κυριακή είναι αφιερωμένη στην οσία Μαρία την Αιγυπτία, την αγία εκείνη που κατόρθωσε να μεταστραφεί, να απεκδυθεί το αμαρτωλό παρελθόν της, να μετανοήσει, να αγιάσει. Αποτελεί τρανή απόδειξη ο βίος της ότι η αγάπη του Θεού προβάλλει άπειρη και ότι κάθε άνθρωπος αποτελεί πριν από όλα εικόνα του Θεού, είτε μεταμορφωμένη είναι αυτή, είτε παραμορφωμένη. Ακολουθεί, τέλος, η Κυριακή των Βαΐων, τα γεγονότα της οποίας μας εισάγουν στο κλίμα των ημερών που προηγούνται του Παθους του Κυρίου.
Η υμνογραφία και οι λατρευτικές ευκαιρίες της Μ. Τεσσαρακοστής αποτελούν εγερσίνεκρο σάλπισμα, προσφέρουν τη μοναδική ευκαιρία σε όλους μας να συνειδητοποιήσουμε ότι ο δρόμος του Χριστού και της μετάνοιας είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί στη λύτρωση, στην άρση των υπαρξιακών αδιεξόδων του σημερινού ανθρώπου. Το είπε με τρόπο απαράμιλλο μια μεγάλη σύγχρονη πνευματική μορφή. «Σε όλες τις απαιτήσεις και ανάγκες του ανθρώπινου πνεύματος που αφορούν στον υπερβατικό κόσμο που ξεπερνά τον άνθρωπο, ο Θεάνθρωπος απαντά ως Θεός κατά τρόπο ανθρώπινο, ενώ σε όλες τις απαιτήσεις και ανάγκες του ανθρώπινου πνεύματος που σχετίζονται κι ελέγχονται από τον άνθρωπο, ο Ιδιος απαντά ως άνθρωπος κατά τρόπο θείο». Γι’ αυτό λοιπόν, ας ακολουθήσουμε το Χριστό στον ανηφορικό Του δρόμο με ταπείνωση κι εγρήγορση, αναλογιζόμενοι το γόνιμο έλεγχο του υμνογράφου• «ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις; Το τέλος εγγίζει και συ μέλλεις (=πρόκειται να) θορυβείσθαι;»
Μεγας Κανών. Ο ύμνος της μετανοίας
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΠΑΤΡΙΚΟΥ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ
Ο Μεγας Κανών, τον οποίο συνέθεσε ο Αγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης, αρχιεπίσκοπος Κρήτης (γεννήθηκε το 660 στη Δαμασκό και εκοιμήθη εν Κυρίω στις 4 Ιουλίου του 740 στην Ερεσσό της Λεσβου), έξοχος υμνογράφος και ρήτωρ της Αγίας μας Εκκλησίας, είναι ένας από τούς πιο ενδιαφέροντες και γνωστούς κατανυκτικούς ύμνους και ψάλλεται στούς Ι. Ναούς τμηματικά μεν από την Δευτέρα μέχρι την Πεμπτη της Καθαρής Εβδομάδας, ενταγμένος στην Ακολουθία του μεγάλου Αποδείπνου, ολόκληρος δε την εσπέρα της Τετάρτης της Ε’ εβδομάδας των Νηστειών, μαζί με το Μικρό Απόδειπνο. Στο Αγιο Ορος και στις άλλες Ι. Μονές ο Μεγας Κανών ψάλλεται κατά την Ακολουθία του Ορθρου της επομένης ημέρας, η οποία αποκαλείται και «Πεμπτη του Μεγάλου Κανόνος».
Ονομάζεται δε Μεγας Κανών αφενός λόγω της μεγάλης αισθητικής και πνευματικής του σπουδαιότητος και αφετέρου λόγω της μεγάλης εκτάσεώς του• αποτελείται από 11 ειρμούς (είναι οι εισαγωγικές ποιητικές στροφές, σύμφωνα με τις οποίες ψάλλονται τα επόμενα τροπάρια της ωδής) 250 τροπάρια κατανεμόμενα σε 9 ωδές, που κατανυκτικά και ηδύμολπα ψάλλονται συνοδευόμενα με τον πρατασσόμενο δαβιτικό στίχο• « Ελέησόν με, ο Θεός, ελέησόν με».
Ο Μ. Κανών είναι περικαλλές ποίημα μεγάλης εμπνεύσεως με πολύ λυρισμό και άφθονα ποιητικά στοιχεία. Οι ζωηρές και παραστατικές εικόνες, το πλήθος των παραδειγμάτων, οι επιτυχείς συμβολισμοί, η εύηχος ζωντανή και απλή σχετικά γλώσσα, η ομοτονία μεταξύ ειρμών και τροπαρίων, οι συχνά ομοιοκαταληκτούντες στίχοι, οι παρηχήσεις, τα ασύνδετα γοργόρρυθμα σχήματα, οι παρομοιώσεις, οι άντιθέσεις, οι ρητορικές ερωτήσεις σε συνδυασμό με την ηδύφωνη ασματική απόδοσή του συνθέτουν ένα ιδιαίτερο αισθητικό κάλλος και οδηγούν τον ακροατή η τον αναγνώστη σε προσευχητική κατάνυξη και αυτοέλεγχο.
Ο Αγ. Ανδρέας Κρήτης συνέλεξε απ’ όλη την Αγία Γραφή, από τον Αδάμ ίσαμε την Ανάληψη του Χριστού και το κήρυγμα των Αγίων Αποστόλων, ιστορίες, εικόνες και περιστατικά με τα οποία, μελοποιώντας τα, προτρέπει κάθε πιστό να θαυμάζει και να μιμείται, όσο μπορεί, τα καλά παραδείγματα από αυτές τις ιστορίες, να αποστρέφεται δε τα αρνητικά και να καταφεύγει πάντοτε στο Θεο ένδακρυς με διάθεση εξομολογήσεως και μετανοίας ζητώντας το έλεός Του.
Τα τροπάρια με το περιεχόμενό τους που ψάλλονται στον ηδύφωνο πλ. Β’ ήχο μπορούν να κατανύξουν και την πλέον σκληρή ψυχή, να την απαλύνουν και να την οδηγήσουν σε αγαθές και σωτήριες αποφάσεις μετανοίας και ορθοπραξίας. Οσο μεγάλες κι αν είναι οι αμαρτίες και τα ανομήματα, που διέπραξε ο άνθρωπος, δεν πρέπει να τον οδηγούν σε απελπισία και απόγνωση. Ο γεμάτος αγάπη, ευσπλαχνία κι έλεος Ιησούς Χριστός ανεμένει την ειλικρινή μας μετάνοια και μας συγχωρεί, αρκεί να ζητήσουμε με τελωνική ταπείνωση το έλεός Του.
Ωστόσο, ο άνθρωπος δεν πρέπει να βραδύνει και να αναβάλει τη λήψη αποφάσεως για εξομολόγηση και μετάνοια. Γιατί η ζωη είναι μικρή, ως άνθος παρέρχεται, και ο θάνατος έρχεται απροειδοποίητα. Γι’ αυτό και ο Αγιος υμνωδός με τα ακόλουθα συγκλονιστικά τροπάρια μας προτρέπει σε εξομολόγηση και, δια της μετανοίας, σε αλλαγή τρόπου βιωτής.
«Δεύρο τάλαινα (=δύστυχη) ψυχή, /συν τη σαρκί σου τω πάντων Κτίστη /εξομολογών και απόσχου (=απομακρύνσου) λοιπόν της πριν αλογίας (=από τα άλογα πάθη) /και προσάγαγε τω Θεώ (=πρόσφερε στο Θεο) /εν μετανοία δάκρυα» (β’ τροπάριο α’ ωδής).
« Εγγίζει, ψυχή, το τέλος, /εγγίζει και ου φροντίζεις, ουχ ετοιμάζη (=δεν ετοιμάζεσαι)/ ο καιρός συντέμνει (=λιγοστεύει), διανάστηθι (=σήκω επάνω)/ εγγύς επί θύραις ο κριτής εστι•/ ως όναρ (=σαν όνειρο), ως άνθος ο χρόνος του βίου τρέχει/ τι μάτην ταραττόμεθα;» (β’ τροπάριο δ’ ωδής).
Εχοντας τη διαβεβαίωση του Αγίου Πατρός Ανδρέου Κρήτης για το έλεος και την ευσπλαχνία του Κυρίου μας, ο οποίος «ενανθρώπησε /καλέσας προς μετάνοιαν ληστάς και πόρνας», ας κάνουμε αυτό το μεγάλο βήμα της σωστικής ειλικρινούς μετανοίας που μας παροτρύνει ο Μεγας Κανών, όσα κι αν είναι τα παραπτώματά μας, και θα έχουμε, οπωσδήποτε, το έλεος και την εκδήλωση της αγάπης του Θεού.
Η περίοδος της διανυόμενης Μ. Τεσσαρακοστής, είναι καιρός ευπρόσδεκτος, μετανοίας καιρός...
Η προσφορά του Κλήρου στον Αγώνα
ΤΗΣ ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ ΒΕΤΣΙΚΑ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ
Σπαράζει σφαγμένος από το τουρκικό γιαταγάνι ο δικέφαλος αετός. Το Βυζάντιο σκλαβώθηκε. Οι Ελληνες σοφοί φοβισμένοι φτερούγισαν στην Ευρώπη. Κι η σκλαβωμένη Ελλάδα, μαζί με την άλλη της δυστυχία - βία, αυθαιρεσία, παιδομάζωμα, εξισλαμισμοί- σκεπάστηκε και με της αγραμματοσύνης το πηχτό σκοτάδι. Ενας ο στόχος του δυνάστη• να ξεχάσει ο ραγιάς την ιστορία του, να καμφθεί το φρόνημά του, να αλλάξει την ταυτότητά του. Αν το πετύχαινε, το όνειρο για λευτεριά θα έμενε απραγματοποίητο, η φυλή θα έσβηνε. Αυτόν τον κίνδυνο πρόλαβε η Εκκλησία.
Με τα προνόμια που έλαβε ο Πατριάρχης από το Μωάμεθ Β’ συσπείρωσε γύρω του τούς υπόδουλους Ελληνες και διατήρησε έτσι την εθνική τους ενότητα. Το αναγνωρίζει η Βουλή των Ελλήνων και το καταγράφει στα πρακτικά του 1852. « Η Ορθόδοξος Εκκλησία διετήρησεν, εν ταις περιπετείαις των χρόνων την πνευματικήν και εθνικήν ενότητα των Ελλήνων». Και ο Φωτάκος, πρώτος υπασπιστής του Γερου του Μοριά, γράφει στα απομνημονεύματά του• « Ο ελληνικός κλήρος ήτο προωρισμένος άνωθεν δια να ευρεθή τόσον φιλόπατρις και να σώση ολόκληρον το Εθνος• διότι άμα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εχάθη, ο κλήρος εδέχθη την κηδεμονίαν του Εθνους απροστατεύτου και μη έχοντος άλλο στήριγμα και άλλην παρηγορίαν, ειμή μόνον την θρησκείαν(...) Αυτός εφύλαξε τα γράμματα και την γλώσσαν...».
Η Παιδεία του υπόδουλου λαού μας ήταν στο πρόγραμμα, τις φροντίδες αλλά και τις επιτυχίες της Εκκλησίας και του Κλήρου. Σχολές, όπως η Μεγάλη του Γενους Σχολή, η Αθωνιάδα και αμέτρητα σχολεία που ιδρύθηκαν σε διάφορες πόλεις με την μέριμνα των κατά τόπους Επισκόπων, καθώς και τα «κρυφά σχολειά» στούς νάρθηκες των ναών και των μοναστηριών, συντήρησαν και θέριεψαν «την αποσταμένη ελπίδα» και έκαναν ικανό το γένος μας σαν ήρθε η ώρα να διεκδικήσει αυτά που είχε κι έχασε και σίγουρα του πρέπαν.
Συγκεντρωμένοι οι υπόδουλοι γύρω από την Εκκλησία κατόρθωσαν να μείνουν Ελληνες και χριστιανοί στην ψυχή, το φρόνημα, τα ήθη, τούς προσανατολισμούς και τις εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής. Κι όταν ήρθε ο κατάλληλος χρόνος του ηρωικού φρονήματος, του πνεύματος αυτοθυσίας, της μετά πάθους αγάπης προς την πατρίδα, ήταν έτοιμοι να θυσιαστούν «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερίαν».
Ο ξεσηκωμός του Εθνους το 1821 ήταν μια εθνική Επανάσταση κάτω από την αιγίδα της Εκκλησίας. Οι περισσότεροι κληρικοί είχαν μυηθεί και ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας. «Κανένας από τούς Ελληνες Μητροπολίτες δεν έμεινε αμύητος» γράφει ο Κ. Βαβολίνης. Ολοι αυτοί εργάζονταν δραστήρια για την προετοιμασία του Αγώνα.
Μα και σαν άρχισε η άνιση πάλη με τον κατακτητή, παπάδες και δεσποτάδες πάνε μπροστά και κατευθύνουν τον Αγώνα. Ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Βενιαμίν ευλόγησε στο Ιάσιο τη σημαία του Υψηλάντη και του έδωσε το ξίφος για την Επανάσταση. Ο Π. Πατρών Γερμανός κήρυξε την επανάσταση στην Αγία Λαύρα και ο ίδιος ύψωσε στην Πατρα της λευτεριάς το Σταυρό. Συνέταξε μάλιστα και το περίφημο εκείνο έγγραφο προς τούς Πρόξενους•
« Ημείς το Ελληνικό Εθνος των Χριστιανών, βλέποντες ότι μας καταφρονεί το οθωμανικόν γένος... απεφασίσαμεν σταθερώς η να αποθάνωμεν όλοι η να ελευθερωθώμεν...».
Τη συμμετοχή των κληρικών στον αγώνα βεβαιώνουν και πολλοί φιλέλληνες και ξένοι περιηγητές. Χαρακτηριστικά ο Αγγλος Humphreys γράφει• « Ανάμεσα στούς στρατιώτες, βρίσκονταν και μεγάλος αριθμός παπάδων. Ηταν οι πρωτεργάτες του ξεσηκωμού...»
Πολλά μοναστήρια εξάλλου έγιναν ορμητήρια και στρατηγεία των επαναστατών της περιοχής τους. Εχει γραφεί• « Οπου Μονή, εκεί ουδέ καλύβη θα ευρεθεί τουρκική. Οπου μοναχοί, ουδέ ίχνος μουσουλμάνων θα φανεί».
Υπέγραψε ο ιερός κλήρος την προσφορά του στον Αγώνα με το αίμα του. Τα μαρτύρια, όχι δύο-τριών κληρικών, όχι δεκάδων, πολλών εκατοντάδων κληρικών, αλλά χιλιάδων κληρικών αποτελούν απόδειξη της γνήσιας αγάπης στην πατρίδα. Κατά το Γαλλο Πουκεβίλ έχυσαν το αίμα τους για τη λευτεριά 11 Πατριάρχες, 100 Ιεράρχες, 6.000 ιερείς. Μερικοί γράφουν για 10.000 ιερείς και άλλοι μιλάνε για ανυπολόγιστο αριθμό μαρτύρων κληρικών.
Ακόμη και επικριτές της Εκκλησίας ομολογούν την προσφορά των κληρικών της. Γράφει ο Ν. Σβορώνος• «... Η Εκκλησία έχει να επιδείξει μεγάλο αριθμό νεομαρτύρων, που είναι σύγχρονα και ήρωες της χριστιανικής πίστεως και της εθνικής αντιστάσεως».
Δειγματολογική η αναφορά στην αφειδώλευτη και ανιδιοτελή προσφορά της Εκκλησίας μας και του κλήρου στα πικρά χρόνια της σκλαβιάς και του Σηκωμού. Αντίστοιχα βεβαίως είναι και τα αισθήματα αγάπης, σεβασμού και ευγνωμοσύνης όλων των νεοελλήνων προς τη Μητέρα Εκκλησία.
Ωστόσο θεωρείται περισσότερο αναγκαία και επιτακτική για τούς καιρούς μας όχι μόνο η απλή ανάγνωση αλλά η μελέτη της ιστορίας για την αμερόληπτη κρίση μας σε ο,τι έχει επιτευχθεί και προέλθει από τούς κόλπους της Εκκλησίας. Μονο έτσι θα αποφευχθεί η πλαστή γενίκευση περί αναξιότητας εκπροσώπων της Εκκλησίας και θα εδραιωθεί η πεποίθηση ότι Ορθοδοξία και Ελληνισμός στην πατρίδα μας συμπορεύονται.
Το πηλιορείτικο Εικοσιένα
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΛΙΑΠΗ
Ξαναγυρνώντας οι Πανέλληνες τούτο το μήνα απ’ το στρατί της μνήμης στη χρονιά του Μεγάλου και Πανεθνικού μας Ξεσηκωμού, βρίσκουμε για μια ακόμα φορά, για μια ακόμα χρονιά, απείραχτη, απρόσβλητη, λαγαρή στην καρδιά μας την τρανή για το Εθνος μας και ευλογημένη εκείνη ώρα, που βρόντησε και άστραψε στον ουρανό της σκλάβας χώρας μας το μέγα σύνθημα «Για του Χριστού την Πιστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία». Μια πορεία μαρτυρίου αλλά και δόξας, στην οποία έλαβαν μέρος σύμψυχοι οι ραγιάδες από κάθε γωνιά της χώρας και μαζί με όλους και οι κάτοικοι των χωριών του μυθικού βουνού των Αργοναυτών και των Κενταύρων, του Πηλίου.
Κατ’ αρχάς, ο συνδυασμός συνθηκών διαβίωσης των προνομιούχων κατοίκων των χωριών του Πηλίου και τοπικών γεωγραφικών παραμέτρων δεν συνέθετε τον ιδανικότερο ενθαρρυντικό παράγοντα για την ανάληψη επαναστατικής δράσης στον πηλιορείτικο χώρο. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τούς κατοίκους των ουσιαστικά αυτοδιοικούμενων και προκομμένων πηλιορείτικων χωριών να κάνουν το κοινό τους χρέος, όταν κι εδώ ωρίμασε η ώρα του πανεθνικού ξεσηκωμού. Πρωταγωνιστής της επαναστατικής προετοιμασίας ένας ρασοφόρος κι εδώ, μπουρλοτιέρης των ψυχών. Ο Μηλιώτης αρχιμανδρίτης και Διδάσκαλος του Γενους Ανθιμος Γαζής. Ο ίδιος, όταν έφτασε η ώρα του τοπικού ξεσηκωμού, σήκωσε στις 7 Μαΐου την επαναστατική σημαία στην πλατεία των Μηλεών και «με την ευλογία και το θέλημα του Ιησού Χριστού και Σωτήρος» κήρυξε την αποστασία κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε θεσσαλομαγνησιακό επίπεδο.
Στην επαναστατική του προκήρυξη, που έστειλε την ίδια μέρα στούς «φιλογενέστατους» δημογέροντες, πραγματευτές, καραβοκυραίους, ιερείς, τεχνίτες και γεωργούς, ο ίδιος έγραφε μεταξύ των άλλων•
«Θετταλομάγνητες,
Ας δράξωμεν και ημείς τα όπλα. Δεν πρέπει να κωφεύσωμεν εις την φωνήν της πατρίδος. Ας ακουσθή διάτορος η κραυγή μας• Ελευθερία η Θανατος. Η σκια του Ρηγα του Θεσσαλού, ο οποίος προ ολίγου εθυσίασεν την ζωη του ως γνήσιος Ελλην και μέγας πατριώτης, δια την ανάστασιν του Γενους, περιίπταται εις την Θεσσαλίαν. Ο θούριος ύμνος του «ως πότε παλληκάρια θα ζώμεν εις την σκλαβιάν» ας γίνη το εγερτήριον σάλπισμα εις το βουνόν της Ζαγοράς και εις όλην την Θεσσαλίαν...
Ανάλογα πατριωτική στάθηκε τις ίδιες εκείνες ώρες της εγερτήριας απόφασης και του άλλου μεγάλου τέκνου των Μηλεών και του Πηλίου, του επίσης ρασοφόρου λογίου κι επιφυλακτικού ως τότε σε εγερτήριες κραυγές Γρηγορίου Κωνσταντά, που ξεσήκωσε και με το δικό του εγερτήριο λόγο τούς συμπατριώτες του.
Ωστόσο, η πηλιορείτικη επανάσταση δεν είχε αίσια έκβαση. Ενθουσιώδεις αλλά άπειροι σε θέματα πολέμου, χωρίς τον απαιτούμενο για έναν τέτοιο αγώνα οπλισμό, με κακή οργάνωση και με συμπτώματα απειθαρχίας, οι αγωνιστές του Πηλίου δεν μπόρεσαν να πετύχουν.
Οι συνέπειες της αποτυχίας του πηλιορείτικου ξεσηκωμού ήταν δραματικές. Οι Τούρκοι οργίασαν στην κορύφωση του εκδικητικού τους μένους, κυρίως εναντίον των κατοίκων του Βελεστίνου, των Καναλίων και της Μακρινίτσας, ενώ πυρπόλησαν σπίτια, πήραν ομήρους, κρέμασαν πατριώτες και έσπειραν το φόβο και την καταστροφή και στ’ άλλα χωριά, της δυτικής κυρίως πηλιορείτικης πλευράς.
Ωστόσο, οι θυσίες αυτές των πηλιορειτών, τόσο στην πρώτη τούτη εξέγερσή τους το Μαιο του 1821, όσο και στην αναθέρμανσή της δύο χρόνια αργότερα, δεν πήγαν χαμένες. Γιατί για την καταστολή αυτών των εξεγέρσεων απαιτήθηκαν σοβαρές στρατιωτικές δυνάμεις του εχθρού, οι οποίες παρέμειναν όλους τούς θερινούς μήνες και του 1821 και του 1823 στο Πηλιο, με αποτέλεσμα να βρουν τότε την ευκαιρία οι επαναστάτες της Ν. Ελλάδας να εδραιώσουν και να βελτιώσουν τις θέσεις τους απέναντι στούς Τούρκους.
Κι αυτή και μόνο η παράμετρος της συμβολής των Πηλιορειτών στον κοινό αγώνα του Εικοσιένα αρκεί για να καταξιώσει την εγερτήρια προσπάθειά τους, αρκεί για να δικαιώσει τις κάθε άλλο παρά μάταιες θυσίες τους.
« Οποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά»
ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Η μορφή και η ανατρεπτική σκέψη του Ρηγα ως συλλογικό αγαθό, που ευαγγελίσθηκε την ανατροπή του παρακμιακού καθεστώτος μιας βάρβαρης πραγματικότητας, της οποίας το κυρίαρχο κοινωνικοπολιτικό σύστημα ήταν ένας συνδυασμός θρησκευτικού φανατισμού και απολυταρχικού ολοκληρωτισμού, βρίσκονται μακριά μας και πίσω μας• έχουν ωστόσο μια φωτεινή παρουσία και μάλιστα γίνονται οδοδείχτες και φορείς προτύπων ικανοί να οδηγήσουν στο μέλλον, σε άλλο ποιόν ανθρώπου. Μας είναι αδύνατο να συλλάβουμε με ακρίβεια αυτό που σκεφτόταν ο Ρηγας τη στιγμή που διατύπωνε την παραπάνω σκέψη του, ωστόσο αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να ξανασκεφθούμε τη σκέψη του.
Το πολύσημο έργο του εθνομάρτυρα Ρηγα είναι μια ημιτελής ηρωική συμφωνία που γράφηκε με αίμα στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα, μια πάλλουσα επαναστατική συνείδηση που οριοθετείται στα πλαίσια του δημοκρατικού πατριωτισμού.
Τα ζητήματα που έβαλε ο παραδειγματικός Ρηγας, αλλά και τα επιμέρους η ευρύτερα ζητήματα που έθεσε εξ αντικειμένου η καταλυτική παρουσία του, ξεπερνούν τα πλαίσια της τότε περιόδου.
Οπως γράφει στο έργο του «Ρηγας Βελεστινλής» ο Λουκάς Αξελός, το όραμα της «ευρύτερης πολιτειακής πρότασης του Ρηγα, μας θέτει αντιμέτωπους με το δραματικά επίκαιρο πρόβλημα της συνύπαρξης η και αντιπαράθεσης μιας εκρηκτικής πολυφυλετικής, πολυεθνικής, πολυγλωσσικής, πολυθρησκευτικής και πολυπολιτισμικής πραγματικότητας, που και τότε και τώρα βρίσκεται σε μια διαρκή σύγκρουση όχι μόνο με τον «άλλο», αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό».
Οποιος (ει τις)• εάν κάποιος άνθρωπος συλλογίζεται ελεύθερα, δηλαδή συνδυάζει εντυπώσεις και κρίσεις για να βγάλει συμπέρασμα// φέρνει στο νου του, στη μνήμη του, σκέφτεται, αναπολεί, υπολογίζει, λογαριάζει με αποφασιστικότητα και καντιανή τόλμη, ανεπηρέαστα δηλ. χωρίς εξαρτήσεις, τότε, συμπεραίνει ο Ρηγας, φέροντας ως παράδειγμα τον Κοπέρνικο• αυτός ο άνθρωπος συλλογίζεται ακριβώς, σωστά, εύστοχα, στερεά, ευχάριστα. Ο Ρηγας με τη παραπάνω ηλεκτρίζουσα φράση που περιέχεται στο «Φυσικής Απάνθισμα» του 1790 στο Κεφάλαιον δ’ «Περί γης» μας καλεί να έχουμε ως πυξίδα την παραπάνω αρχή που αποτελεί την πεμπτουσία της όλης φιλοσοφικής ανθρωπολογίας του. Με το γνωμικό του ο Ρηγας αναγορεύει την ελευθερία και το αίσθημά της ως θεμελιακό κριτήριο και αρχή της αυτοστοχαστικότητας και αυτοαναφορικότητας.
Στα «Δικαια του Ανθρώπου», ο Ρηγας προσαρμόζει στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, γίνεται λόγος για φυσικά δικαιώματα με έκκληση στο φυσικό νόμο και στη θεϊκή δωρεά. Αρχικά αποδέχεται τα πέντε κλασικά δικαιώματα των Γαλλικών Διακηρύξεων• ισότητα, ελευθερία, ασφάλεια, ιδιοκτησία, αντίσταση στην καταπίεση. Στο Ρηγα έχουμε άμεση συσχέτιση του ανθρώπου με τον πολίτη και διασφάλιση της απαλλαγής του πολίτη από την οικονομική υποδούλωση, το δικαίωμα του πολίτη να προσφεύγει στις αρχές ζητώντας επανόρθωση της αδικίας. Καταργεί τη δουλεία, θεωρεί υποχρεωτική την εκπαίδευση και για τα δύο φύλα και διακηρύσσει αξιωματικά ότι «όλοι χωρίς εξαίρεσιν έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα. Η Πατρίς έχει να καταστήσει σχολεία εις όλα τα χωρία δια τα αρσενικά και θηλυκά παιδία. Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποία λάμπουν τα ελεύθερα έθνη...» Ο Ρηγας κατοχυρώνει την πολιτική ελευθερία με αναγνώριση του δικαιώματος αντίστασης κατά της τυραννίας. Η ελευθερία είναι «η δύναμις όπου έχει ο άνθρωπος εις το να κάμει όλον εκείνο οπού δεν βλάπτει εις τα δίκαια των γειτόνων του και προσθέτει τον Ρουσωϊκό κανόνα «Μην κάμεις εις τον άλλον εκείνο οπού δεν θέλεις να σε κάμουν». Ο Ρηγας προσδίδει στα ατομικά δικαιώματα βαρύτερο πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο από το γαλλικό πρότυπο, αναγνωρίζει συλλογικά διακαιώματα στις πολιτικές και θρησκευτικές συσσωματώσεις.
Η έννοια λοιπόν της ελευθερίας στο Ρηγα είναι η θέσπιση μιας καινούριας σχέσης ικανής να περιορίζει τα στοιχεία που από τις εγωκεντρικές επιθυμίες του ατόμου περνάνε στις πράξεις και τα λόγια. Αυτό όμως είναι δυνατό με τη θέσπιση ενός ριζοσπαστικά δημοκρατικού καθεστώτος, που θα μπορεί να ελέγχει την τραγική αντίθεση ελευθερίας-δικαιοσύνης.
Τα αδιέξοδα των αιρέσεων
ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ Ν. ΖΑΧΑΡΟΥ, Δρος ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Στις μέρες μας ακούγονται πολλές φωνές απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Ο άνθρωπος βρίσκεται πελαγωμένος μέσα στον κυκεώνα διαφόρων θρησκειών και ποικιλώνυμων ιδεολογιών και φιλοσοφιών. Η καθεμιά απ’ αυτές ισχυρίζεται ότι κατέχει την αλήθεια, ενώ εκατομμύρια είναι εκείνοι που, δυστυχώς, ακολουθούν τούς υπόπτους και ανισόρροπους αρχηγούς των διαφόρων ψευδοθρησκειών και φιλοσοφιών - τούς σύγχρονους «μεσσίες».
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών ένα πλήθος θρησκευτικών κινήσεων εμφανίστηκε στο προσκήνιο και κυριολεκτικά εισέβαλε στην πατρίδα μας, όπου η ανοχή όλων μας και κυρίως των υπευθύνων έχει ενθαρρύνει την προσηλυτιστική τους δράση. Οι πιο δημοφιλείς, ιδιαίτερα ανάμεσα στούς νέους, είναι αυτές που έχουν την προέλευσή τους στην Απω Ανατολή. Παράλληλα με τις άλλες ψευτοχριστιανικές αιρέσεις, προσφέρουν κι αυτές στούς οπαδούς τους μια δήθεν μυστικιστική εμπειρία, η οποία δίνει την εντύπωση ότι είναι υπερφυσική, εκ Θεού, και φαίνεται να κατευθύνει σε κάτι που δίνει νόημα και σκοπό στη ζωη.
Σ’ αυτές τις «θρησκείες» και φιλοσοφίες υπάρχουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά, που έρχονται σε αντίθεση με την Αγία Γραφή και την αποκεκαλυμμένη αλήθεια που περιέχεται σ’ αυτή. Ολες τους π.χ., αρνούνται την ύπαρξη ενός προσωπικού, Τριαδικού Θεού. Δεν αναγνωρίζουν την Θεότητα του Χριστού και το έργο του Αγίου Πνεύματος. Προβάλλουν και προάγουν την λεγόμενη «θρησκευτική εμπειρία», που είναι κυρίως μυστικιστικής φύσεως. Δεν πιστεύουν στη Χαρη των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας μας, ούτε στη ζωη μετά θάνατον, όπως διδάσκει και παρουσιάζει η Αγία Γραφή και βιώνει η Εκκλησία. Από την άλλη μεριά υποβιβάζουν την πραγματικότητα και τραγικότητα της αμαρτίας και παραβλέπουν τις συνέπειές της.
Ολες οι αιρέσεις και οι ψευδοθρησκείες μπορούν να γίνουν πιο επικίνδυνες και καταστρεπτικές και από τον αγνωστικισμό και τον αθεϊσμό για όσους τυχόν εμπλακούν στα δίχτυα τους. Είναι σαν ένα ισχυρό αναισθητικό, δημιουργούν μια «υπερφυσική» ατμόσφαιρα και οι οπαδοί τους κοιμούνται μ’ ένα αίσθημα πνευματικής αυτάρκειας και ασφάλειας.
Που όμως βρίσκεται η αλήθεια; Οι αιρέσεις, οι ιδεολογίες, οι ψευτοθρησκείες, οι φιλοσοφίες και τα διάφορα ανθρώπινα συστήματα, όσο όμορφη και φανταχτερή βιτρίνα κι αν έχουν, απέτυχαν. Δεν κατόρθωσαν να βγάλουν τον άνθρωπο από το αδιέξοδό του και να του δώσουν πειστικές απαντήσεις στις μεταφυσικές αγωνίες και τα ερωτήματά του. Ανάμεσα όμως σ’ αυτές τις φωνές ξεχωρίζει μια γλυκιά και αυθεντική φωνή. Είναι του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού που διακήρυξε• « Εγώ είμαι η ΑΛΗΘΕΙΑ». Μονο όσοι ακούνε την φωνή αυτή και ανταποκρίνονται σ’ αυτήν ειλικρινά θα βρουν αυτό που αναζητά και έχει ανάγκη η ψυχή τους, τη Λυτρωση και τη Σωτηρία.
Το Καστρο της Σκιάθου, ένας πνευματικός θησαυρός
ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Σ. ΣΑΚΑΛΑΚΗ, ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΥ
Μια πνευματική ομορφιά εκπέμπει μέσα στούς αιώνες το Καστρο, που βρίσκεται σ’ ένα ύψωμα της βορεινής ακτής του νησιού.
Ο Παπαδιαμάντης γράφει ότι το Καστρο «διηγείται πέντε αιώνων σπαρακτικήν ιστορίαν μαρτυρίου και αίματος».
Οπως αναφέρει ο ίδιος, οι «εντός αυτού κάτοικοι εξ ανάγκης είχον κλεισθή δια φύλαξιν κατά των πειρατών και των βαρβάρων, εγκαταλιπόντες αυτό έρημον μετά το 1821».
Ο κεντρικός ναός του Καστρου είναι αφιερωμένος στη Γεννηση του Χριστού. Πολλές φορές θα χτύπησε η καμπάνα του χαρμόσυνα, πανηγυρικά μα και πένθιμα.
Πολλές φορές ο όρθρος θα προχωρούσε και οι πιστοί κάτοικοι του φρουρίου, βιώνοντας την ειρήνη του ουρανού, ετοιμάζονταν για τη Δοξολογία, για τη μετοχή στη Θ. Λειτουργία, πάνω από τα καθημερινά, κουραστικά και πολλές φορές επικίνδυνα γεγονότα της ζωής τους.
Πιστευαν ότι μόνο ο Χριστός μπορεί να είναι η αρχή, η μεσότης και το τέρμα της πολύπαθης ύπαρξής τους.
Αυτόν αναγνώριζαν ως αιτία και ζωη και προορισμό.
Αυτόν ως οδό, ελπίδα και σωτηρία, ως κέντρο της ζωής.
Και ο Χριστός βρίσκεται πάντα εκεί, στο ναο Του, στο κέντρο του Καστρου. Ακόμη και σήμερα, μέσα στο βουητό της σύγχρονης τουριστικής Σκιάθου, οι μηχανές και ο θόρυβος δεν μπορούν να σβήσουν το φως του Καστρου. Οταν οι ντόπιοι αναφέρονται στο μεγάλο και ιερό αυτό μνημείο, λένε χαρακτηριστικά• «Να πάτε και στο Καστρο, στο Χριστό»!
Για πάρα πολλές ψυχές το Καστρο ήταν τόπος μετανοίας, δακρύων, συντριβής, προσευχής και μετοχής στη Θεία Χαρη.
Ενας θησαυρός ασκήσεως, πίστεως και νήψεως κρύβεται στα ερείπιά του. Παρ’ όλο όμως που έχει ήδη δεχθεί τα σημάδια της φθοράς, η χάρη που είναι κρυσταλλωμένη στα τείχη του, στις πέτρες του και στα εκκλησάκια του, αναδεικνύει το Καστρο πάντα νέο ως αρετή, ιδέα και σύμβολο.
Το Καστρο της Σκιάθου δεν εκφράζει απλά μια ορισμένη κοινωνία, που υπερασπίσθηκε τον εαυτό της. Δεν είναι μόνο σύμβολο της επαγρύπνησης των Ελλήνων πάνω στην εθνική τους ελευθερία. Είναι κάτι βαθύτερο. Η ίδια η ζωη των κατοίκων του λειτουργούσε ως κάστρο της χριστιανικής ζωής, της ορθόδοξης κοσμοθεωρίας.
Αβίαστα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι εκφράζει την ελευθερία της εν Χριστώ ζωής.
Ανέκαθεν το γένος των Ελλήνων έτρεφε την ψυχή του με την πίστη στο Χριστό και την αγάπη του προς την ελευθερία.
Δυστυχώς, η σύγχρονη τουριστική συνείδηση που ωραιοποιεί την αμαρτία και συμπυκνώνεται στη φράση «να περνάμε καλά», δεν μπορεί να δει πλήρως τη χριστιανική ταυτότητα του μεγάλου και ιερού μνημείου, του Καστρου της Σκιάθου.
Η πνευματική ομορφιά του γίνεται ψυχικά αισθητή στο μέτρο που καθορίζει η μόρφωση, η δεκτικότητα και η καθαρότητα της ψυχής ενός επισκέπτη.
Τα λόγια ενός ποιητή για το Σούλι αρμόζουν και για το Καστρο•
«Ξενε, σαν προσκυνήσεις εδώ, μη σβήσεις, μην καταστρέψεις τίποτε. Φρόντισε, όσο έχεις σπόρο, το Καστρο ολόρθο να κρατήσεις».
Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Βολου
Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δ. Παπαδόπουλος
Προϊστάμενος Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Βολου
Ο Ιερός Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος αποτελεί σημείο αναφοράς για την πόλη του Βολου όχι μόνο γιατί φιλοξένησε ιστορικές στιγμές για τον τόπο, αλλά και διότι υπήρξε το λατρευτικό κέντρο χιλιάδων Βολιωτών στα εκτεταμένα όριά του, πολύ πριν από την ανοικοδόμηση άλλων ναών.
Η ιστορική του αφετηρία εντοπίζεται στα πρώτα βήματα του ελεύθερου βίου της πόλης, μετά την Τουρκοκρατία, όταν η μικρή πολίχνη του Βολου άρχιζε σταθερά να εξελίσσεται σε αστικό και εμπορικό κέντρο. Ο πρώτος Ναός ήταν ξύλινος, με απέριττο εσωτερικό διάκοσμο. Βρισκόταν σε παρακείμενο χώρο από το σημερινό μεγαλόπρεπο Ναο, στη θέση «Μπέη Πλάτανος» κοντά σ’ ένα από τα τρία πηγάδια από τα οποία υδρεύετο η αρτισύστατη πόλη. Η περιοχή αυτή, μάλιστα, θεωρούνταν μαζί με τα «Παλιά» η πιο πυκνοκατοικημένη της μικρής πόλης. Ο ιστοριοδίφης Μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης μας πληροφορεί ότι στο μικρό αυτό παράπηγμα η πρώτη θεία Λειτουργία τελέστηκε στις 9 Ιουνίου 1891. Η αφιέρωση δε του Ναού στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος πρέπει να αναζητηθεί στην ετήσια εμποροπανήγυρη του Βολου, την 6η Αυγούστου, που συγκέντρωνε πολύ κόσμο από το Πηλιο και τη Θεσσαλία και θα εξασφάλιζε έτσι λαμπρή πανήγυρη και μεγάλο αριθμό προσκυνητών στη νέα Εκκλησία.
Η ανάπτυξη της περιοχής και οι αυξανόμενες λειτουργικές ανάγκες της ενορίας επέβαλαν την ανέγερση ενός νέου περικαλλούς Ιερού Ναού. Ετσι το Μαιο του 1927 επί δημάρχου Παγασών Σπύρου Σπυρίδη, θεμελιώνεται από το Μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό η σημερινή Εκκλησία, βάσει της αρχικής αρχιτεκτονικής μελέτης που είχε συνταχθεί από το Νικόλαο Δημάδη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 επανασχεδιάζεται από τον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζαχο. Τα εγκαίνια του Ναού τελούνται με κάθε μεγαλοπρέπεια τον Ιούλιο του 1936 από το Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιωακείμ, επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Σπυρίδη.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ
Ο Ναός της Μεταμορφώσεως αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αρχιτεκτονήματα του Ζαχου και τα πιο λαμπρά μνημεία της σύγχρονης εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Λιτός στη μορφολογία του και πρωτότυπος στις αρχιτεκτονικές επιλογές του, χαρακτηρίζεται από την ευρυχωρία στο εσωτερικό του. Οι ημικυλινδρικές στέγες των κεραιών συνταιριάζονται δυναμικά με τούς πέντε τρούλους, με κυρίαρχο τον κεντρικό και τις υπόλοιπες στέγες, εκφράζονται με σαφήνεια στα κεντρικά, καμπύλα αετώματα των όψεων και εναρμονίζονται με τα μεγάλα τρίλοβα παράθυρα και τις μνημειώδεις εισόδους των τριών πλευρών, καθώς και με την ημικυκλική κόγχη του ιερού. Τα παράθυρα με τα γραφικά τοξωτά τους υπέρθυρα από λαξευτές πέτρες και λεπτά τούβλα, τα ιδιότυπα θυρώματα της βόρειας και νότιας εισόδου, οι ωραίες αναλογίες της στοάς της κυρίας εισόδου με τα τρία κιονοστήρικτα τόξα της και ο μαρμάρινος διάκοσμος ελαφρώνουν τη στιβαρή εξωτερική εμφάνιση του Ναού, που είναι βυζαντινού ρυθμού και παραπέμπει στο Ναο της Αγίας Ειρηνης Κων/πόλεως.
Στο εσωτερικό του Ναού η ατμόσφαιρα είναι κατανυκτική. Σ’ αυτό συμβάλλει ο λιτός φωτισμός των παραθύρων σε συνδυασμό με τον όλο διάκοσμο.
Ο Ναός είναι αγιογραφημένος στο σύνολό του. Δεσπόζουσα θέση κατέχει η εικόνα της Πλατυτέρας στην κόγχη του Ιερού, που μαζί με μια σειρά άλλων εικόνων, όπως του Ευαγγελισμού, της Υπαπαντής, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, των Αγ. Αποστόλων, είναι δυτικότροπης τέχνης, έργα του διαπρεπούς ζωγράφου Αρ. Γκέσκου. Το μεγαλύτερο μέρος της αγιογραφικής ιστόρησης του Ναού, με κεντρική τη θέση του Παντοκράτορα, είναι έργο του Βολιώτη αγιογράφου Αποστόλου Φιλίππου. Εντύπωση στον επισκέπτη προκαλούν τα ξυλόγλυπτα της Εκκλησίας. Κυρίαρχη είναι η θέση του τέμπλου με τις πολύ προσεγμένες ανάγλυφες παραστάσεις, αλλά και των ξυλόγλυπτων κιγκλιδωμάτων του σολέα, των πολυελαίων και των προσκυνηταριών, που στο μεγαλύτερο μέρος τους έχουν κατασκευαστεί από την «Ξυλογλυπτική». Την προσοχή του προσκυνητή κεντρίζουν ο δεσποτικός θρόνος με τον άμβωνα, αναγεννησιακής τεχνοτροπίας, που έχουν δωρηθεί στον παλαιό Ναο το 1893.
ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ
Στην υπεραιωνόβια παρουσία του στον τόπο μας ο Ιερός Ναός της Μεταμορφώσεως αποτέλεσε κέντρο προσφοράς και διακονίας του πιστού λαού του Θεού σε εποχές εξαιρετικά δύσκολες για το Εθνος. Την εποχή του ελληνοϊταλικού πολέμου και της γερμανικής κατοχής ο Ναός μας υπήρξε τόπος παρηγορίας και προσευχής για το χειμαζόμενο λαο μας. Η οργάνωση συσσιτίων στον υπόγειο χώρο του υπήρξε σωτήρια για χιλιάδες συμπολίτες μας. Στον τομέα της φιλανθρωπίας αξιομνημόνευτη είναι και η σύγχρονη προσφορά της ενορίας με το «Σπίτι Γαλήνης Χριστού», που λειτουργεί από το 1987, και προσφέρει εκατοντάδες μερίδες φαγητού σε αδελφούς μας που το έχουν ανάγκη. Η ενορία μας αποτέλεσε φυτώριο πνευματικής προσφοράς στη νεότητα. Αναρίθμητα νέα παιδιά γαλουχήθηκαν με τις αρχές της ορθόδοξης πίστης και ζωής στο παράπηγμα που λειτούργησε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 στον αύλειο χώρο του Ναού. Η πνευματική διακονία της ενορίας στεγάζεται πλέον στο ενοριακό πνευματικό κέντρο με πολυσήμαντη προσφορά.
Από τις πιο λαμπρές στιγμές της ιστορίας της ενορίας και του Ναού μας υπήρξε η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου Α’ στις 28 Σεπτεμβρίου 1990.
Τελος, αξίζει να αναφερθεί ότι, πέραν των διακεκριμένων πατέρων που υπηρέτησαν στο Ναο, εκόσμησαν τα ιεροψαλτικά του αναλόγια εξαίρετοι ιεροψάλτες, με κορυφαίο τον αξέχαστο Αλέκο Μαργαριτόπουλο.
« Ο θρίαμβος της Εκκλησίας»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΠΗΛΙΟΥ
Σ’ ένα λόγο του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που αναφέρεται στα πολλά προβλήματα που αντιμετώπιζε η Εκκλησία στην εποχή του, διαβάζουμε• «...Πολλά τα κύματα και χαλεπόν το κλυδώνιον (δύσκολη η τρικυμία), αλλ’ ου δεδοίκαμεν μη καταποντισθώμεν (δεν φοβόμαστε μην καταποντισθούμε). Επί γαρ της πέτρας (της Εκκλησίας) εστήκαμεν... Μαινέσθω η θάλασσα, πέτραν διαλύσαι ου δύναται. Εγειρέσθω τα κύματα, του Ιησού το πλοίον καταποντίσαι ουκ ισχύει... Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι του Κυρίου, ότι πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής (της Εκκλησίας), ου μη παρέλθωσιν». (Οι πύλες του Αδου είναι κατά τούς Πατέρες οι σκοτεινές δυνάμεις αλλά και οι δικές μας προσωπικές αδυναμίες, που δημιουργούν τα ποικίλα σκάνδαλα και προβλήματα σ’ αυτήν).
Και συνεχίζει• «...Ποθεινοτέρα η Εκκλησία του ουρανού, διότι ουρανού σώμα ουκ ανέλαβεν ο Χριστός, Εκκλησίας δε σάρκα ανέλαβε (ο Χριστός πήρε πάνω Του το σώμα της Εκκλησίας, έγινε η Κεφαλή της)... Δια την Εκκλησίαν ο ουρανός, ου δια τον ουρανόν η Εκκλησία (για χάρη της Εκκλησίας δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο)... Μη φοβού μηδέ θορυβού. Ιδε τον Πετρον περιπατούντα επί των υδάτων και κατανοήσεις την δύναμιν της Εκκλησίας... Εκκλησίας ουδέν ίσον. Τείχη και όπλα τω χρόνω παλαιούνται (χαλούν με το χρόνο), η Εκκλησία του Χριστού ουδέποτε γηράσκει. Τείχη βάρβαροι καταλύουσι, Εκκλησίας δε ουδέ δαίμονες περιγίνονται (την Εκκλησία ούτε οι δαίμονες δεν μπορούν να νικήσουν)... Οτι ου κόμπος τα ρήματα, μαρτυρεί τα πράγματα (το ότι δεν είναι καυχησιολογία τα λόγια, μαρτυρούν τα ίδια τα πράγματα). Αύτη (η Εκκλησία) πολεμουμένη νικά, δέχεται τραύματα, αλλ’ ου καταπίπτει υπό των τραυμάτων...». Τραυματίζεται, λέγουν οι Πατέρες, από τούς εχθρούς της, αλλά και από τα ίδια τα μέλη της, απ’ όλους εμάς τούς αρρώστους και αδύνατους, αλλά αυτή, αν και φτωχή ανθρωπίνως, δεν νικάται. Εδώ έγκειται ο θρίαμβος της Εκκλησίας, θρίαμβος και νίκη εκ Θεού.
Και συνεχίζει το χρυσό στόμα του Αγίου Ιωάννου με αισιοδοξία• «Κλυδωνίζεται η Εκκλησία αλλ’ ου καταποντίζεται. Χειμαίνεται (μπαίνει σε βαρύ χειμώνα), αλλά ναυάγιον ουχ υπομένει, παλαίει, αλλ’ ουκ ηττάται... Μη απέχου, λοιπόν, Εκκλησίας! (μην απομακρύνεσαι από την Εκκλησία!) Ουδέν γαρ Εκκλησίας ισχυρότερον... Η ελπίς σου η Εκκλησία, η σωτηρία σου η Εκκλησία, η καταφυγή σου η Εκκλησία». Πράγματι, ο,τι υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο, επειδή είναι ανθρώπινο, μια ώρα καταρρέει, γιατί τίποτε το ανθρώπινο δεν μπορεί να νικήσει το θάνατο. Μονο στην Εκκλησία ως Σώμα Χριστού υπάρχει η υπέρβαση του θανάτου και η σωτηρία μας.
Και τελειώνει ο άγιος Πατήρ• «...Του ουρανού υψηλοτέρα η Εκκλησία, της γης πλατυτέρα. Ουδέποτε γηράσκει, αεί δε ακμάζει. Η Εκκλησία εστίν η Κιβωτός». Και όπως μέσα στην κιβωτό του Νώε μπήκαν όλα τα ζώα και σώθηκαν από τον κατακλυσμό, έτσι και συ, λέγει, μπες στην Εκκλησία και θα σωθείς από τον κατακλυσμό των ποικίλων βελών του διαβόλου.
Την τελευταία νύχτα, πριν παραδοθεί ο Χριστός στούς σταυρωτές Του, είπε στούς Μαθητές• «πάντες σκανδαλισθήσεσθε εν εμοί τη νυκτί ταύτη...» και «...εμέ μόνον αφήτε...» και «...πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα...». Οι Απόστολοι την ώρα του πειρασμού εγκατέλειψαν τον Κυριο και έφυγαν• απόντες όλοι, εκτός του αποστόλου Ιωάννη, ακόμα και στη φρικτή δοκιμασία του Σταυρού. Και κατέστησαν την ψυχή Του, που τούς αγαπούσε, «περίλυπον έως θανάτου...». Εκεί, όμως, που φάνηκε πως ο Χριστός απέτυχε και θριάμβευσε ο διάβολος, ήλθε η Ανάστασις!
Η Εκκλησία είναι «ο Χριστός παρατεινόμενος εις τούς αιώνας». Ας μείνουμε, λοιπόν, μέσα στο σωτήριο λιμάνι της. Εγρήγορση νου και καρδίας, προσευχή και ακλόνητη ελπίδα σε Κείνον, που είναι ο Κυβερνήτης της ανθρώπινης ιστορίας, ας παραμείνουμε κοντά Του, υπομένοντας τα εμπτύσματα και τα κολαφίσματα που ο Ιδιος υπέμεινε, «διαμεμενηκότες εν τοις πειρασμοίς» Του, άνευ γογγυσμών, διαλογισμών και δικαιολογιών. Τοτε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως εάν συσταυρωθώμεν «και συνδοξαζόμεθα!»
