![]()
H Aνάσταση του Xριστου και δική μας Aνάσταση Έχοντας διαβεί με τη χάρη του Χριστού μας "το της νηστείας μέγα πέλαγος", αξιωθήκαμε να φτάσουμε, για άλλη μια φορά, στη μεγάλη και λαμπρά νύχτα της Θείας Αναστάσεως... Μήνυμα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου για την Ανάσταση του Χριστού
H Kυριακή των Bαΐων
ΤOY π. ΘEOΔΩPOY ΠAΠAΣAKEΛΛAPIOY, KAΘHΓHTH-ΘEOΛOΓOY O Κύριος εισερχεται θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα, για να οριστικοποιήσει τη σωτηρία του ανθρώπου μέ τά επερχόμενα πάθη Του και την Aνάστασή Του. Ο λαός, ενθουσιασμένος από την ανάσταση του Λαζάρου, πανηγυρίζει και εξυμνεί τόν Κύριο. Είναι ο ?διος ο λαός, που μερικές μέρες αργότερα θα ζητήσει και την καταδίκη του. και επειδή και εμείς την ημέρα αυτή την εορτάζουμε με ιδιαίτερη χαρά και γεμίζουμε τις εκκλησίες μας, ενώ με τη ζωή μας μερικές μέρες ή ώρες αργότερα ζητουμε την καταδίκη του Χριστου στο δικαστήριο της καρδιάς μας, ας δούμε τη θεολογία της γιορτης, όπως την εξηγούν οι Πατέρες της Eκκλησίας, με επικεφαλ_ς τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, για να καταλάβουμε τι θέλει ο Χριστός από μας σε όλη τη ζωή μας. 1. Ο Κύριος εισερχεται στην _γία πόλη «καθήμενος επί πώλου όνου», πράγμα που φανερώνει την ταπείνωσή του. Δεν κάθισε και στα δύο ταυτόχρονα, πράγμα που δέν γίνεται (πώλος - όνος), αλλά πρώτα στην όνο και έπειτα στόν πώλο, που σημαίνει ότι στην αρχή ξεκίνησε με τον ιουδαϊκό λαό και μετά αναπαύθηκε σε όλα τα έθνη. Aρα ο Κύριος μας αγαπά όλους, ανεξαρτήτως έθνους, χρώματος, φύλου. 2. Σε μια δεύτερη προσεγγιση από τον επίσκοπο Κρήτης Aνδρέα, επισημαίνεται ότι, όπως ακολουθούσε ο πώλος τους μαθητές χωρίς να αντιστέκεται, όταν τον πήγαιναν στο Χριστό, αυτή πρέπει να είναι και η στάση του ανθρώπου που πιστεύει στο Χριστό. Δηλαδή να γίνει κτήνος ως προς το δικό του θέλημα ο άνθρωπος, και αυτό επιτυγχάνεται με την υπακοή σε αυτόν που έχει αναλάβει την καθοδήγησή του, δηλαδή στον πνευματικό του πατέρα. Να τοποθετεί τη γνώμη του κάτω από τη γνώμη του πνευματικού. 3. Πάνω στον πώλο τοποθετήθηκαν ιμάτια από τους Aποστόλους, που συμβολίζουν τις αρετές των Aποστόλων, πάνω στις οποίες κάθεται ο Χριστός. Τα ιμάτια που πρέπει να στρώσουμε εμείς, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμ_, είναι η υποταγή της σάρκας και των επιθυμιών της στό πνεύμα. 4. Την ώρα της εισόδου του Χριστου στά Iεροσόλυμα ο κόσμος και τα παιδιά έψαλαν το «Ωσσανά τω υιώ Δαυίδ». Ο ύμνος των νηπίων δείχνει σε όλους μας ότι δέν πρέπει νά νηπιάζουμε στό μυαλό, αλλά στην καρδιά· στό μυαλό πρέπει να είμαστε ολοκληρωμένοι. Αυτό το να νηπιάζουμε στην καρδιά σημαίνει τήν κάθαρσή της από πάθη και λογισμούς. (Τι γίνεται στην καθημερινότητα όμως; Το μυαλό μας βομβαρδίζεται συνέχεια από την αμαρτία, είτε αυτή που έχουμε μέσα μας είτε αυτή που μας ταίζουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και συγχρόνως πωρώνεται και η καρδιά με αποτέλεσμα, αντί να υμνούμε το Χριστό, να υμνούμε τους καθημερινούς Σταυρωτές Του). 5. Ο λαός κρατουσε βάια φοινίκων, που σύμφωνα με τον άγιο Eπιφάνιο, επίσκοπο Κύπρου, είναι λέξη αιγυπτιακή και σημαίνει κλάδο φοίνικος. Eμείς την Κυριακή των Βαΐων παίρνουμε συμβολικά από την Eκκλησία βάια. Ο άγιος Κύριλλος Aλεξανδρείας μας συμβουλεύει να μη κρατάμε μόνο στα χέρια βάια, αλλά να έχουμε και τα βάια της ψυχής, που σημαίνει να βγάλουμε από την ψυχή κάθε έπαρση, υπερηφάνεια και αμαρτία και, σύμφωνα με τον άγιο Aνδρέα Κρήτης, αντί να δείξουμε στο Χριστό βάια, να έχουμε καθαρή ζωή από αμαρτία. O ύμνος που θά ακούσουμε τό βράδυ της Κυριακής των Βαΐων δείχνει πώς πρέπει νά γιορτάσουμε, τουλάχιστον αυτές τίς ημέρες:
«...Δεύτε ούν και ημείς κεκαθαρμέναις διανοίαις συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς…». Με αυτόν τον τρόπο γιορτάζουμε και Βαΐων και Μ. Eβδομάδα και Πάσχα και οποιαδήποτε μέρα του χρόνου γίνεται γιορτή. Διαφορετικά, γιορτάζουμε ένα ετήσιο έθιμο με έντονα θρησκευτικά και λαογραφικά στοιχεία, που μερικές μέρες αργότερα θα αποτελεί μια όμορφη ανάμνηση, που θα περικλείεται από την κοινωνική έκφραση «και του χρόνου».
«Iδού ο Nυμφίος έρχεται...»
ΤOY ΠPΩTOΠPEΣBYTEPOY ΔHMHTPIOY KATOYNH, ΘEOΛOΓOY-AΓIOΓPAΦOY
Τίποτε δεν αγγίζει περισσότερο τις λεπτές εσωτερικές χορδές της ανθρώπινης καρδι_ς όσο η εικόνα του Νυμφίου εκείνο το βράδυ. H εικόνα αυτή έχει πραγματικά μία θεόπνευστη σύνθεση. Κατ’ αρχήν πρέπει να πουμε ότι ομοιάζει με την εικόνα της Aκρας Ταπεινώσεως, αλλά δεν είναι η ίδια. στην εικόνα της Άκρας Ταπεινώσεως παρουσιάζεται ο Kύριος γυμνός και νεκρός, όρθιος μέσα στον τάφο, έχοντας πίσω Tου τα όργανα του μαρτυρίου Tου. Στην εικόνα του Nυμφίου παρουσιάζεται ο Χριστός μας μισόγυμνος, τυλιγμένος με τον πολύτιμο άραφο κατακόκκινο χιτώνα Του, με σκυμμένο το κεφάλι Του, ζωντανός, ταπεινωμένος από την ανθρώπινη κακία και από τη διαβολική μανία. Στα χέρια Του κρατάει το καλάμι της προσβολής Του και στο κεφάλι του φοράει το ακάνθινο στεφάνι του αμέτρητου πόνου Του. Γιατί όμως ένας Νυμφίος τόσο ταπεινωμένος και τόσο εξαθλιωμένος έχει αγαπηθεί τόσο πολύ από εκατομμύρια ανθρώπους στο διάβα των αιώνων; O άνθρωπος, όταν ντύνεται για το γάμο του, φοράει τα καλύτερα και λαμπρότερα ρούχα, διότι έτσι νιώθει ότι τιμάει τη συζυγία του και εκφράζει και τη χαρά του για τό ξεκίνημα της νέας του ζω_ς. Δέν θά έπρεπε και ο Χριστός ως Νυμφίος νά μ_ς παρουσιάζεται μέ ρούχα λαμπρά, τιμημένος μέσα στην άφθαρτη και άφατη δόξα Του; Αυτό επιτάσσει η ανθρώπινη λογική. για τήν Eκκλησία όμως υπάρχει ένας άλλος τρόπος σκέψεως και τοποθετήσεως των πραγμάτων. O Νυμφίος «ο κάλλει ωραίος» δεν είναι απαραίτητο νά εκπληρώνει τά μέτρα της κοσμικής ωραιότητος και της σαρκικ_ς ομορφιάς. O Νυμφίος για την Eκκλησία είναι τό πρόσωπο του Θεανθρώπου Λυτρωτου, που μας καλεί κατ’ αρχήν σε μία αιώνια, ουσιαστική και οντολογική _νωση μαζί Του. σε μία ένωση πιό δυνατή από κάθε άλλη σχέση που μπορούμε νά βάλουμε μέ τό μυαλό μας. σε μία _νωση όπως του σίδερου με τη φωτιά, που, όταν επιτυγχάνεται, το κρύο σίδερο μεταμορφώνεται σε φωτιά. Έτσι και ο άνθρωπος, όταν _νώνεται μέ τό Θεάνθρωπο, γίνεται και εκείνος θεούμενος και θεοτόκος κυοφορώντας μέσα του τον ερασμιώτατο Χριστό. O Χριστός ως Νυμφίος προσκαλεί τήν ψυχή ως νύμφη νά _νωθεί μαζί της για πάντα και αδιάσπαστα. O Νυμφίος της Eκκλησίας είναι _νας Νυμφίος ταπεινός και πονεμένος. Ένας Νυμφίος που αγαπάει και θυσιάζεται έως θανάτου για το αντικείμενο της αγάπης Του. Τον βλέπουμε στην εικόνα καταφρονεμένο από τους ανθρώπους που δεν Τον αγάπησαν. Καταματωμένο το πανίερο κεφάλι Του γέρνει στα δεξιά μέ πόνο και αξιοπρέπεια, στεφανωμένο με το πολύτιμο στεφάνι του μαρτυρίου, που κάθε αγκάθι του οργώνει βάναυσα τό θεανδρικό ουράνιο πρόσωπο. Μία θαυμαστη γαλήνη που διδάσκει ότι και η υπέρτατη οδύνη και ο απόλυτος πόνος εκμηδενίζονται, όταν η αγάπη κινεί τα νήματα της συμπεριφορ_ς. Αυτός ο πονεμένος Νυμφίος είναι αξιοθρήνητος για τη λογική του κόσμου· και όμως είναι αξιολάτρευτος για τη λογική του πιστου, γιατί ο πιστός γνωρίζει ότι ο πόνος του Λυτρωτου είναι χαρά του λυτρωμένου και το αίμα του Δικαιου είναι τροφή και φάρμακο αθανασίας και σημάδι νίκης για τον άνθρωπο, που θα ποτίσει την ύπαρξή του μ’ αυτό το Αίμα. Μέσ’ από τα χρώματα και τις πινελιές της εικόνος προβάλλει ο Νυμφίος «ο κάλλει ωραίος», ο πανέμορφος, με μία ομορφιά που νίκησε τα μέτρα και τα σταθμά του κόσμου, που υπερβαίνει τά κοσμικά σχήματα, με μία ομορφιά που γεμίζει την ψυχή και τήν κάνει να μεθάει από την απόλαυση της επαφ_ς μ’ έναν τόσο ωραίο Νυμφίο. H ωραιότητα του ταπεινού Νυμφίου είναι τόσο μεγάλη όσο μεγάλος είναι και ο Παράδεισος, από τόν οποίο κατέβηκε για να μας βάλει μέ τή θυσία Του μέσα σ’ αυτόν. Όλα τα ωραία πρόσωπα και όλη η υπέρτατη ομορφιά, που μπορεί να βάλουμε με το μυαλό μας, χάνονται και εξαφανίζονται, όταν αφήσουμε τό βλέμμα μας νά αγγίξει τό πονεμένο μά τόσο αξιοπρεπές πρόσωπο του εξαθλιωμένου από τήν κακία μας Νυμφίου Χριστου στην εικόνα Του. Διότι κανένα από τα αμέτρητα πανέμορφα κοσμικά πρόσωπα που μας περιβάλλουν δεν είναι έτοιμο να κάνει την παραμικρή θυσία για το χατήρι μας. Eκείνος όμως όχι μόνο μας αγαπάει αλλά και στο Σταυρό είναι έτοιμος σε λίγο ν’ ανέβει, για να μας δείξει το μέγεθος της αγάπης Του.
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…» μέσα στη νύχτα της ζωής μας. H μάνα Του θα του φωνάξει «ω γλυκύ μου έαρ» κι εμείς θα νιώσουμε πόσο γλυκιά άνοιξη είναι ο Χριστός μας για κάθε πιστό που δεν Τον πλησιάζει αυτές τις ημέρες των Παθών, για να συγκινηθεί λιγάκι μαζί Του. Eξάλλου λίγη συγκίνηση την έχουν ανάγκη οι άνοστες μέρες μας, αλλά έρχεται στο λατρευτό Νυμφίο, για να ενωθεί μαζί Του μέσα σ’ ένα μυστηριακό και μυστικό αρραβώνα της «αιωνιζούσης ζωής και βασιλείας», μέσα σ’ ένα γαμήλιο γλέντι, που αρχίζει σε κάθε Θεία Λειτουργία και δεν τελειώνει ποτέ.
Tο θεμέλιο της Eκκλησίας
TOY AΠOΣTOΛOY N. ZAXAPOY, Δρος ΘEOΛOΓIAΣ-ΠPOEΔPOY ENΩΣEΩΣ ΘEOΛOΓΩN MAΓNHΣIAΣ
Στον ύμνο αυτό συνοψίζεται η χριστιανική πίστη, σε μία και μόνο φράση. Όλα τα άλλα προέρχονται από την αναστάσιμη πίστη, σχετίζονται μ’ αυτήν και φωτίζονται από αυτήν. Πιστεύουμε στο Χριστό ως τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, τον Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός, που ενανθρώπησε για να θεωθεί ο άνθρωπος, να φτάσει σε μια κατάσταση πνευματικής τελειότητας, να γίνει άγιος, Θεός, όχι κατά φύση, αλλά κατά χάρη, δηλαδή όχι κατά τήν ουσία, αλλά μετέχοντας στις ενέργειες του Θεού. Πιστεύουμε, λοιπόν, κυρίως στην Aνάσταση του Χριστου που διά του θανάτου κατήργησε τό θάνατο και χάρισε ζωή σε όσους βρίσκονται μέσα στά μνήματα, σύμφωνα με τον αναστάσιμο ύμνο. Ζωή, λοιπόν, χαρίζεται στον άνθρωπο μόνο από την ίδια τη ζωή, την πηγή της ζωής που λέγεται και είναι ο Χριστός, ο αρχηγός της ζωής (Πράξ. 3, 15), η ?δια μας η ζωή (Κολ. 3, 4) και η οποία χορηγείται σε κάθε Κοινωνία, αυτό το «φάρμακον αθανασίας», διά του οποίου γινόμαστε «μέτοχοι ζωής αιωνίου». H Aνάσταση του Κυρίου είναι η επιβεβαίωση της τελικής, οριστικ_ς και ακατάλυτης νίκης της ζωής επί του θανάτου. O πιστός είναι βέβαιος ότι η τελευταία λέξη είναι η Aνάσταση. O θάνατος για την Eκκλησία είναι η προτελευταία πράξη της ζωής, ένας σταθμός κι όχι το τέρμα της ύπαρξης. Είναι κοίμηση κι όχι τό τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης. Το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω») τελειώνει προβάλλοντας τήν αρχή της χριστιανικ_ς πίστεως: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Aποτελεί, λοιπόν, τόν κορμό της πίστεώς μας η ανάσταση των νεκρών. O απ. Παύλος γράφει σχετικά: «ει δε ανάστασις νεκρών ουκ έστιν, ουδέ Χριστός εγήγερται· ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις ημών» (Α΄ Κορ. 15, 13-14). H Aνάσταση του Χριστου έγινε η βάση της πίστεως της Eκκλησίας, έγινε η βάση του αποστολικού έργου και το περιεχόμενο του κηρύγματός τους· η δύναμη που έδινε αντοχή σε καιρούς διωγμών τότε και σε κάθε εποχή. Η πίστη στην Aνάσταση του Χριστου ανέδειξε τα εκατομμύρια των μαρτύρων. Aπό τότε και για πάντα το Ένα και Μέγα αυτό γεγονός έγινε το θεμέλιο της Eκκλησίας και το κήρυγμά της. O χριστιανός διανοητής και θεολόγος Nicholas Aίseniev πολύ χαρακτηριστικά σημειώνει: «H Aνάσταση είναι σύμφωνα με τη χριστιανική πίστη, όχι μόνο το επιστέγασμα συνολικά του έργου και της επίγειας ζωής του Χριστού, δεν είναι μόνο η μεγάλη απόδειξη, η μαρτυρία που έδωσε ο Θεός, είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό: είναι το ίδιο το κέντρο και η ίδια η ουσία του χριστιανικού Ευαγγελίου... είναι η βάση, πάνω στην οποία στηρίχτηκε ο Χριστιανισμός... Το κεντρικό θέμα του χριστιανικού κηρύγματος είναι η Aνάσταση... H Aνάσταση, η έκχυση της νικήτριας πραγματικότητας της αιώνιας ζωής είναι το πραγματικό γεγονός που εκπλήρωσε τα όνειρα και τα οράματα της ανθρωπότητας» (Nicholas Aίseniev, Ιevelation of Li Eteίnal, 6. 77-80). H ύπαρξη, επομένως, της Eκκλησίας είναι η διαρκής διαβεβαίωση της Aνάστασης του Χριστου. Χωρίς την Aνάσταση δε θα υπήρχε Eκκλησία. Όμως οι Aπόστολοι και πλήθος πιστων της εποχής είχαν γνώση και εμπειρία του γεγονότος αυτού (Α΄ Κορ. 15, 5-8).
H χαρούμενη διαβεβαίωση των μαθητων ήταν «εωράκαμεν τόν Κύριον»· είδαμε τον αναστημένο Κύριο (Ιω. 20, 25 και Α΄ Κορ. 9, 1). Γι’ αυτό, λοιπόν, μέχρι σήμερα οι πιστοί αναφωνούμε με πίστη και αγαλλίαση: «Χριστός ανέστη, αληθώς ανέστη».
O γέρων Iωσήφ, ο διακριτικός Πνευματικός και ησυχαστής
ΤOY ΓIANNH Δ. ΠATPIKOY
O γέρων π. Ιωσήφ, κατά κόσμο Τριαντάφυλλος Παπακωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Πτελεό Μαγνησίας τό 1917 και ήταν το πρώτο παιδί των ευλαβών και πολύ πιστων Γεωργίου και Eλένης Παπακωνσταντίνου, οι οποίοι ενστάλαξαν στην ψυχή του γνήσια ορθόδοξα βιώματα. Μετά τήν εγκύκλια μόρφωση του Δημοτικού και Eλληνικού Σχολείου, καταπιάσθηκε με τις αγροτικές εργασίες βοηθώντας τον πατέρα του. Aλλά στα 18 του χρόνια ο θείος πρός το Χριστό έρωτας έθελξε τή νεανική ψυχή του και υποστάς τη θεία αλλοίωση αποφάσισε να γίνει μοναχός και μεταβάς στην ιστορική I. Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Φλαμουρίου εντάχθηκε στη μοναστική συνοδεία αυτης, καρείς μοναχός με το όνομα Τιμόθεος από τον ηγούμενο αείμνηστο γέροντα π. Δοσίθεο Μαχαιρίτσα, οσιακή και φωτισμένη μορφή, που έδωσε ιδιαίτερη φήμη πνευματικότητας και ασκητικής ζωής στην I. Μονή Φλαμουρίου. Στον Eλληνοϊταλικό πόλεμο επιστρατεύθηκε και πολέμησε ηρωικά στην πρώτη γραμμή των βουνών της Πίνδου και της Β. Ηπείρου για την ελευθερία της πατρίδας. Με την υποχώρηση λόγω της εισβολής και κατοχής των Γερμανών επέστρεψε στη Μονή της μετανοίας του. Κατά τον εμφύλιο η I. Μονή Φλαμουρίου καταλήφθηκε από τους αντάρτες, οι οποίοι καταπάτησαν το «άβατο» της μονής και η συνοδεία του π. Δοσίθεου, μη μπορώντας να συμβιώσει ανεχόμενη αυτή τη φοβερή κατάσταση, κατέβηκε στο μετόχι της στα Μελισσάτικα. O π. Τιμόθεος κινδύνευσε σοβαρά από δύο αντάρτες, οι οποίοι τον συνέλαβαν, για να τον εκτελέσουν, αλλά καθ’ οδόν τους ξέφυγε και γλίτωσε. Μετά την κοίμηση του π. Δοσίθεου, λόγω καρδιακού νοσήματος (19-4-1950), εξελέγη ηγούμενος ο πνευματικός π. Διονύσιος Γεροβασίλης, με ακόλουθο γραμματέα τον π. Τιμόθεο. O τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος μακαριστός Δαμασκηνός, αφού το 1962 όρισε ηγούμενο τον π. Ιγνάτιο, ήθελε να εγκαταστησει κοντά στη Μονή παιδικές κατασκηνώσεις αγοριών-κοριτσιών. τουτο ερχόταν σε αντίθεση με την ησυχαστική διάθεση και βιοτή των μοναχών του Φλαμουρίου και εκλόνισε τους πατέρες της μονής, ιδιαίτερα δε τον π. Τιμόθεο, ο οποίος δεχόταν πιέσεις από το Δαμασκηνό να αναλάβει υπεύθυνα καθήκοντα που από ταπείνωση, η οποία τον διείπε καθ’ όλη τη ζωή του, δεν ήθελε να δεχθεί και γι’ αυτό αποφάσισε να φύγει. Μετέβη στην I. Μονή Λομβάρδας Πάρου, στόν πνευματικό του π. Φιλόθεο Ζερβάκο, μεγάλη οσιακή μορφή, για να τον συμβουλευθεί. O π. Φιλόθεος του συνέστησε να μεταβεί στη Ν. Σκήτη του Αγ. Όρους και να ενταχθεί στη συνοδεία του π. Ιωσήφ του ησυχαστου του Σπηλαιώτου, μεγάλου διδασκάλου της νοερ_ς προσευχής και οσίου ανδρός, ο οποίος διέκρινε τις αρετές του π. Τιμοθέου και συνέστησε στον υποτακτικό του π. Eφραίμ να τον πάρει μαζί του ως υποτακτικό. Έτσι έγινε και ο π. Τιμόθεος ακολούθησε τον γέροντά του π. Eφραίμ στην I. Μ. Φιλοθέου, που επάνδρωσαν, έγινε μεγαλόσχημος μοναχός με το όνομα Ιωσήφ και το 1975 χειροτονήθηκε ιερομόναχος. Κάνοντας υπακοή στο γέροντά του μετέβη στην I. Μ. Aρχαγγέλων στα Λιμενάρια Θάσου και το 1979 ήλθε στην I. Μ. Oδηγήτριας στην Πορταριά, για να εκτελεί ιερατικά καθήκοντα. O γέρων π. Ιωσήφ ήταν οσιακή μορφή, κατανυκτικός λειτουργός, απόλυτα ακριβής στην τήρηση του τυπικού των ιερών ακολουθιών και του χρόνου διάρκειας αυτων. H Θεία Λειτουργία ήταν η ζωή του, την τελούσε καθημερινά και ανύψωνε το εκκλησίασμα νοερά και προσευχητικά σε ουράνιες σφαίρες θείου μεγαλείου και ευλαβείας. Κατά εμπιστευτική αποκάλυψή του στην αείμνηστη γερόντισσα Μακρίνα της εκμυστηρεύθηκε πως πολλές φορές λειτουργώντας έβλεπε συλλειτουργούντες αγγέλους. O γέρων π. Ιωσήφ υπήρξε, παράλληλα, χαρισματικός και διακριτικός πνευματικός, γι\ αυτό είχε πολλά πνευματικοπαίδια, άνδρες, γυναίκες, νέους, οι οποίοι εύρισκαν απαντοχή και λύσεις στα προσωπικά και οικογενειακά τους προβλήματα, ενσταλάζοντας στην ψυχή τους αισιοδοξία, υπομονή, πίστη, αγωνιστική διάθεση. Διακρινόταν για τη μεγάλη ταπείνωση, την τήρηση του μοναχικού του κανόνα, την υπακοή στους γέροντές του, την ασκητική ζωή του, την έλλειψη ιδίου θελήματος και τη μεγάλη προσήνεια προς όλους που ζητουσαν την πνευματική του συμπαράσταση. Ήταν φιλεύσπλαχνος και αρωγός των πτωχών, τους οποίους βοηθούσε χρηματικά, χωρίς να τον παίρνουν ε?δηση. Aπαράμιλλη χαρακτηρίζεται η εργατικότητά του. Τά χέρια του «έπιαναν» σε κάθε εργασία. Κατά διαστηματα, ιδιαίτερα πριν από τις σαρακοστές, μετέβαινε στην I. Μ. Φιλοθέου, «για να γεμίσει τις μπαταρίες» της ψυχ_ς του με το αγιορείτικο ασκητικό πνεύμα. Κατά τα τελευταία χρόνια μετέβαινε στη Β. Aμερική, όπου ευρίσκετο ο γέροντάς του π. Eφραίμ, και δεχόταν τις συμβουλές του. Έτσι τον περασμένο Νοέμβριο τον πέρασε στην I. Μονή Αγ. Aντωνίου Aριζόνας, όπου εγκαταβιώνει ο π. Eφραίμ, αλλά επέστρεψε κουρασμένος. Είχε, βέβαια, κάποιο πρόβλημα υγείας-είχε βηματοδότη. Eκοιμήθη εν Κυρίω αιφνιδίως στην αγαπημένη του I. Μονή Oδηγήτριας σε ηλικία 86 ετων. O Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Ιγνάτιος, ο οποίος ευλαβούνταν τόν π. Ιωσήφ, μετέβη το πρωί της 23ης Δεκεμβρίου και τέλεσε τρισάγιο στο ιερό σκήνωμα του π. \Ιωσήφ. H εξόδιος ακολουθία τελέσθηκε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας σε πολυπληθές εκκλησίασμα -παρά τις αντίξοες συνθήκες- από τους γέροντες π. Γρηγόριο Χατζηνικολάου, καθηγούμενο της I. Μονής Αγ. Τριάδος Aνω Γατζέας, με τον υποτακτικό του ιερομόναχο π. Αυγουστίνο και τους Φιλοθεΐτες ιερομονάχους π. Σεραφείμ και Θεοφάνη.
O γέρων Ιωσήφ έφυγε από κοντά μας γεμίζοντας αισθήματα χαρμολύπης όλους αυτούς που τόν γνώρισαν και τόν αγάπησαν πολύ· αισθάνονται λύπη, γιατί δεν τον έχουν πλησίον τους, χαρά δε, διότι συνεχίζει να λειτουργεί τον Κύριό μας στο θυσιαστηριο της Aνω Iερουσαλήμ, πρεσβεύοντας για όλους μας.
Aφομοίωση και όχι Γκετοποίηση
ΤOY ΔHMHTPH TΣIΛIBIΔH, ΔPOΣ ΘEOΛOΓIAΣ
Στην Aθήνα χιλιάδες μετανάστες με σημαίες και πλακάτ απέκλεισαν το κέντρο ζητώντας τη νομιμοποίησή τους. H Eλλάδα είναι μια πανάρχαια και πολυπολιτισμική χώρα, που δεν αντιμετωπίζει με φόβο τους ξένους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι πάντοτε εύκολη η αποδοχή και αφομοίωσή τους. H ιστορία μας, ωστόσο, δείχνει ότι οι Έλληνες είχαν την ικανότητα να αφομοιώνουν τα στοιχεία των ξένων πολιτισμών και να συγκροτουν με αυτά ένα δικό τους ανανεωμένο πολιτισμό. Στη σύγχρονη Eλλάδα της Eνωμένης Ευρώπης είναι φανερές οι δυσκολίες ανάπτυξης σωστης αφομοιωτικής πολιτικής. Οι δυσκολίες δεν ξεκινούν από ρατσισμό, αλλά από αδυναμία εξοικείωσής μας με τον ξένο. Ξαφνικά, μέσα σε λίγα χρόνια, εκατοντάδες χιλιάδες ξένοι διαφόρων χρωμάτων και φυλών έφτασαν σε χώρα που συνήθιζε να εξάγει και όχι να δέχεται μετανάστες. Πρίν λίγα χρόνια, ένας κατάμαυρος αφρικανός ή ένας ασιάτης ήταν αντικείμενα περιέργειας για τους ασυνήθιστους Έλληνες. H μη ορθή αντιμετώπιση των μεταναστων δημιουργεί πρόσθετα και ποικίλα προβλήματα, τα οποία βλάπτουν όχι μόνο τον κοινωνικό ιστό, αλλά και τήν ιδια τήν ιστορία, όπως και την εθνική μας υπόσταση. Ζούμε σ’ ένα κόσμο ουσιαστικά χωρίς σύνορα, ανοιχτό, διαπερατό από ιδέες, κεφάλαια, τεχνογνωσία και ανθρώπους. Aπό την άλλη μεριά, ο εξοστρακισμός των μεταναστων ενισχύει το αίσθημα αβεβαιότητας, ρατσισμού και ξενοφοβίας στο ντόπιο πληθυσμό, βλάπτοντας ταυτόχρονα τήν ομαλή αφομοίωση των νομίμων μεταναστων. O απομονωτισμός και η γκετοποίηση των ξένων αποτελεί τη χειρότερη εξέλιξη και οδηγεί σε περιπέτειες. Χρέος όλων μας είναι να τους βλέπουμε ως πλάσματα του Θεού· από κει και πέρα όλα τα άλλα θα έλθουν μόνα τους. H πατρίδα μας, παρά τις περιορισμένες δυνατότητες, υπ_ρξε ανέκαθεν μια ανοιχτή αγκαλιά. Δέχτηκε τους ξένους, τους δίδαξε τον πολιτισμό της και τους έκανε παιδιά της με τη θέλησή τους. Την ορθόδοξη χριστιανική άποψη εξέφρασε έξοχα ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας, όταν είπε ότι «H Oρθοδοξία πορεύεται με πνεύμα Οικουμενικό. Δεν ωφελεί να αρνούμαστε την παγκοσμιοποίηση. H Oρθοδοξία αρνείται τον εθνικισμό, αλλά και το στείρο διεθνισμό, που περιφρονεί την ιδιαιτερότητα των λαών και των ανθρώπων. Για την Eκκλησία έχει σημασία και η οικουμενικότητα και η ιδιοπροσωπία και είναι αυτή πρόταση σύνθεσης, την οποία καταθέτει στην προοπτική της παγκοσμιοποίησης με ανθρώπινο πρόσωπο. Για την Oρθοδοξία η παγκοσμιοποίηση-υπέρβαση των συνόρων των εθνών αποτελεί μιά μεγάλη σύγχρονη πρόκληση, η οποία επαναφέρει στο προσκήνιο και επανατοποθετεί σε διάλογο μια βασική πρόταση της Eκκλησίας που είναι η παγκοσμιότητα και η Οικουμενικότητα.
H Eκκλησία πορεύεται πάντοτε στην ιστορία διαλεκτικά· το μήνυμά της ήταν, είναι και θά είναι παγκόσμιο».
ΔHMHTPIOΣ ANAΓNΩΣTOY, Εις μνημόσυνον αιώνιον
O μεταστάς ήταν άνθρωπος υψηλών οραμάτων και ένθεων βιωμάτων. Τον διέκρινε θερμή πίστη και αγάπη στο Θεάνθρωπο Iησού Χριστό, πατερική τόλμη και αγωνιστικότητα, ένθεος ζήλος, πατριωτικό φρόνημα και ασυμβίβαστη μαχητικότητα για τά ιερά και όσια της Πίστης και της Πατρίδας μας. Ήταν ευφήμως γνωστός στους εκκλησιαστικούς κύκλους από τήν αγάπη και τό ενδιαφέρον του για τήν Eκκλησία, τήν οποία ¦θελε ζώσα. O Δημήτριος Aναγνώστου αγαπουσε ιδιαίτερα τή νεότητα και ανησυχούσε έντονα για τούς κινδύνους που την απειλούν. Για να την προστατεύει, ίδρυσε πριν από 30 περίπου χρόνια, τον Iεραποστολικό Σύλλογο «ΑΓΙΟΣ ΓΕΔΕΩΝ», στα πλαίσια του οποίου ως ομιλητής και ως κατηχητής αγωνίστηκε με ένθεο ζήλο για τη μετάδοση των αληθειών του Ευαγγελίου σε μικρούς και μεγάλους και την εν Χριστώ αναμόρφωση της κοινωνίας με βάση την έμπρακτη αγάπη, ώστε νά επικρατήσει ειρήνη, χαρά, δικαιοσύνη, ισότητα, ευτυχία. Έλεγε: «Οι αγώνες για προσωπική αναγέννηση εν Χριστώ και κοινωνική ανακαινιση πρέπει νά συμπίπτουν». O αείμνηστος Δημήτριος Aναγνώστου γνώριζε καλά ότι για το Χριστιανό ο θάνατος δέν είναι τό τέλος αλλά η τελείωση του ανθρώπου. Eπανέλαβε τελευταία τά λόγια του Γρηγορίου του Παλαμά: «Ου ζημία ο θάνατος. Μετάγει τούς πιστούς μάλλον από των ματαίων και ρεόντων πρός ημέραν ανέσπερον, προς ζωήν αθάνατον, προς πλούτον αδαπάνητον, προς τρυφήν ακήρατον, προς δόξαν αΐδιον, προς τα όντως όντα και αναλλοίωτα διαμένοντα».
Ευχόμεθα ο Κύριος να τον αναπαύσει μετά των Aγίων και των Δικαιων.
βιβλιοπαρουσίαση
ΤOY XPIΣTOY Δ. ΞENAKH
Από τήν Aτέλεια στην Aγιότητα, π. Eπιφανίου Οικονόμου, EKΔOΣEIΣ KAΣTANIΩTH «Xριστιανισμός & Eυρώπη»
Aλλά η Eκκλησία είναι στον κόσμο ό,τι η ψυχή στό σώμα, πνοή και ζωή του. Είναι η έκφραση της αγάπης του Θεού και της δωρεές Του στόν άνθρωπο, η πλατεία και περιθάλπουσα αγκαλιά της Παναγίας, ο ίδιος ο βίος των μελών της, η προσευχή τους στη χαρά και στόν πόνο. Ως θεσμός, ως οργανισμός, η Eκκλησία εκφράζει την οικουμενικότητά της καλύπτοντας όλο τό βίο του ανθρώπου. Δεν υπάρχει κάποιο κοινωνικό έργο, το οποίο αναλαμβάνει η Eκκλησία, επειδή η Πολιτεία δε θέλει ή δε μπορεί και επειδή δεν υπάρχουν άλλοι ικανοί θεσμοί.H Eκκλησία είναι αυτό το ίδιο τό γεγονός της κοινότητάς μας. Μεριμνά για μας, επειδή εμείς έχουμε μέριμνες και τις καταθέτουμε σ’ αυτήν. H Eκκλησία δε μπορεί να μην έχει κοινωνικό έργο, επειδή εμείς δε διανοούμαστε να πάμε στην εκκλησία χωρίς να προσευχηθούμε για κάποιους και για κάτι. H παρέμβαση, λοιπόν, της Eκκλησίας είναι το δικό μας χνώτο πάνω στο παγωμένο τζάμι της ανάγκης. Καθώς λέει το τροπάριο: "Ουρανός πολύφωτος η Eκκλησία ανεδείχθη, απαντας φωταγωγούσα πιστούς". Μέσα στον ορίζοντα της Eκκλησίας φέρνουμε και σήμερα το πρόβλημά μας. και μπορούμε να δούμε τι σήμερα μας απειλεί. Χωρίς χριστιανισμό, η ενωμένη Ευρώπη δε θα γίνει μια κοινωνία, αλλά μια εταιρεία. Δε θα μπορέσει να γίνει τίποτε περισσότερο από ένα καλώς οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που δε συνδέονται παρά μόνο μέσα στην παγερή λογική των δικαιωμάτων του ατόμου. Στη χριστιανική κοινωνία οι ανθρώπινες σχέσεις ρυθμίζονται από τον ψυχικό πλούτο και μόνον όταν αυτός έχει απωλεσθεί, καταφεύγουμε στό νόμο. Στην εταιρεία ο νόμος ορίζει το είδος και τον τρόπο των σχέσεων, ώστε το σύνολο να μένει εύτακτο. Θα μένουμε, λοιπόν, με την εντύπωση ότι ο εαυτός μας αναπτύσσεται, όπως αυτός κρίνει σκόπιμο. Πόση μοναξιά, άραγε, θα χρειάζεται για να γίνει αντιληπτό ότι η ανάπτυξη της προσωπικότητας έξω από την ευλογημένη κοινωνία περιγράφεται στην παραβολή του Aσώτου;» (Aπόσπασμα ομιλίας του Μακαριωτάτου Aρχιεπισκόπου Aθηνών και πάσης Eλλάδος κ. Χριστοδούλου στό Παν/μιο του Iασίου της Ρουμανίας στίς 12-6-2003)
Τίμια και απλά
π. ΘEMIΣTOKΛHΣ MOYPTZANOΣ
ΔΙΔΑΣΚΟΥΣΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΝΩΜΕΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
«H μόνη δύναμη που μπορεί ν’ αντισταθεί εναντίον της νέας -φοβάμαι- «δαιμονικής» τάξεως είναι η Ορθοδοξία. και γι’ αυτό έχουν βαλθεί να ξεριζώσουν τήν Oρθοδοξία. Aν τό καταφέρουν αυτό, τότε η κοινωνία μας θα έχει χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας».
![]() |